Κυριακή, Δεκεμβρίου 26, 2004

Κοινωνική δημιουργία και πολιτική

Συνέντευξη του Κορνήλιου Καστοριάδη στο γαλλικό περιοδικό Esprit (1979). Ελληνικά δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εποπτεία τον Φεβρουάριο του 1980 σε μετάφραση του Σπύρου Γεωργαντά.

Εμμανουέλ Τερρέ: Ενα φάντασμα καταδιώκει τους διανοούμενους της Ευρώπης: Το φάντασμα του ολοκληρωτισμού. Απ' αυτό το γεγονός απορρέει μια αναδίπλωση των Ευρωπαίων που διαθέτουν μια δημοκρατική εμπειρία την οποία αντιπαραθέτουν σ' ένα τρίτο κόσμο που για μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρείτο ελπιδοφόρος ενώ σήμερα μοιάζει εκτεθειμένος σε όλους τους ολοκληρωτικούς πειρασμούς και εκτροχιασμούς. Τον στρατευμένο διανοούμενο, γεμάτο βεβαιότητες καθώς και γενναιοφροσύνη, διαδέχεται ένας πιο συγκρατημένος διανοούμενος αλλά ταυτόχρονα περίφροντις για την ηθική. Τί σκέπτεσθε γι' αυτή τη διπλή αναδίπλωση;

Κορνήλιος Καστοριάδης: Μια αναδίπλωση στην Ευρώπη δεν είναι δυνατή. Είναι αυταπάτη, είναι πολιτική στρουθοκαμήλου. Η "αναδίπλωση" μερικών διανοούμενων δεν πρόκειται να αλλάξει το ελάχιστο στη σύγχρονη πραγματικότητα, που είναι ουσιαστικά παγκόσμια. Ταυτόχρονα αποτελεί στάση εντελώς "αντι-ευρωπαϊκή". Υπάρχει μία, και μόνο μία, ποιοτική ιδιαιτερότητα της Ευρώπης, του Ελληνο-δυτικού κόσμου, που μετράει για μας: Είναι η δημιουργία της καθολικότητας, το άνοιγμα. Η κριτική αμφισβήτηση της υπόστασής μας και της ίδιας μας της παράδοσης.

Οι "διανοούμενοι της αριστεράς" προσπάθησαν από καιρό να παρακάμψουν το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα. Αναζητούσαν διαρκώς να βρουν κάπου μια "πραγματική οντότητα" που θα 'παιζε το ρόλο του σωτήρα της ανθρωπότητας και του λυτρωτή της ιστορίας. Πίστεψαν αρχικά ότι τη βρήκαν στο ιδεώδες και εξιδανικευμένο "προλεταριάτο" και στη συνέχεια στο κομμουνιστικό κόμμα που το "εκπροσωπούσε". Υστερα, χωρίς ανάλυση των αιτίων της αποτυχίας, προσωρινής ή οριστικής, αδιάφορο, του επαναστατικού εργατικού κινήματος στις καπιταλιστικές χώρες, διέγραψαν τις χώρες αυτές και μετέφεραν την πίστη τους στις χώρες του τρίτου κόσμου. Διατηρώντας από το σχήμα του Μαρξ τις πιο μηχανιστικές απόψεις, θέλησαν να βάλουν στη θέση του βιομηχανικού προλεταριάτου τους Αφρικανούς ή Βιετναμέζους αγρότες και να τους αποδώσουν τον ίδιο ρόλο. Σήμερα ορισμένοι, ακολουθώντας αυτή την παλινδρομική κίνηση ανάμεσα στο ναι και το όχι που συγκαλύπτει την έλλειψη σχέσης, αποποιούνται τον τρίτο κόσμο για εξίσου ανόητους λόγους με αυτούς που υπαγόρευαν τη λατρεία του. Εξηγούσαν παλιότερα ότι η δημοκρατία, η ελευθερία κλπ. ήταν δυτικοί και αστικοί φενακισμοί, τους οποίους οι Κινέζοι δεν είχαν ανάγκη. Σήμερα αφήνουν να εννοηθεί ότι οι βάρβαροι αυτοί δεν είναι ακόμα ώριμοι γι' αυτά τα εξαιρετικά πολύτιμα αγαθά. Ομως άρκεσε ένα μικρό άνοιγμα της ολοκληρωτικής καταπακτής στο Πεκίνο εδώ και λίγους μήνες για να δούμε, ω του θαύματος, ότι παρά τους Pereyfilte (1), Sollers και Kristeva (2) Κινέζοι δεν ήταν και τόσο διαφορετικοί από εμάς, απ' αυτή την άποψη, και ότι διεκδικούσαν δημοκρατικά δικαιώματα μόλις η ευκαιρία παρουσιαζόταν.

Ε.Τ.: Φαίνεται ότι οι διανοούμενοι ξέκοψαν από τη στράτευση και απασχολούνται περισσότερο με την ηθική. Κατά ποιο τρόπο πιστεύετε ότι θα μπορούσαν οι διανοούμενοι να δημιουργήσουν δεσμούς μεταξύ τους και με το κοινωνικό κίνημα;

Κ.Κ.: Αυτή η "αναδίπλωση στην ηθική" είναι στην καλύτερη περίπτωση ένα "λανθασμένο συμπέρασμα" βγαλμένο από την εμπειρία του ολοκληρωτισμού και λειτουργεί αυτή τη στιγμή σαν φενάκη. Τι δείχνει; Αυτό που έδειχνε από καιρό: Την εμπειρία των χωρών του τρίτου κόσμου. Οτι οι λαϊκές εξεγέρσεις που στις χώρες αυτές προκαλούν ή συνοδεύουν την κατάρρευση των παραδοσιακών κοινωνιών καθοδηγήθηκαν πάντοτε μέχρι σήμερα και έγιναν κτήμα μιας γραφειοκρατίας (τις πιο πολλές φορές "μαρξιστικού-λενινιστικού" τύπου, αν και τώρα πλέον μπορεί κανείς να ελπίζει ότι θα υπάρξουν επίσης και μονοθεϊκές γραφειοκρατίες), μιας γραφειοκρατίας που σφετερίζεται τις εξεγέρσεις αυτές για να καταλάβει την εξουσία και να εγκαθιδρύσει ολοκληρωτικά καθεστώτα. Το γεγονός αυτό θέτει το πολιτικό πρόβλημα του ολοκληρωτισμού -- πρόβλημα το οποίο έχει επίσης τεθεί στην Ευρώπη πάνω στη βάση άλλων εξελίξεων. Προφανώς, μπροστά σ' αυτό το πρόβλημα, όλες οι κληρονομημένες αντιλήψεις (μαρξισμός και φιλελευθερισμός) βρίσκονται σε πλήρη έκπτωση τόσο στις χώρες αυτές όσο και εδώ.

Ακριβώς αυτό το πρόβλημα οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε στο θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο. Η "αναδίπλωση πάνω στην ηθική" είναι από την άποψη αυτή μια υπεκφυγή και μια γελοιοποίηση της ίδιας της ηθικής. Δεν υπάρχει ηθική που να περιορίζεται στη ζωή του ατόμου. Από τη στιγμή που το κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα έχει τεθεί, η ηθική επικοινωνεί με την πολιτική. Το "τι πρέπει να κάνω" δεν αφορά και δεν μπορεί να αφορά μονάχα την ατομική μου ύπαρξη αλλά την ύπαρξή μου σαν ατόμου που συμμετέχει σε μια κοινωνία, στην οποία δεν υπάρχει ιστορική ηρεμία αλλά όπου το πρόβλημα της οργάνωσής της, της θέσμισής της, έχει τεθεί ανοιχτά. Και έχει τεθεί τόσο στις "δημοκρατικές" όσο και στις ολοκληρωτικές χώρες. Η ίδια ακριβώς εμπειρία του ολοκληρωτισμού και η διαρκώς παρούσα δυνατότητα εγκαθίδρυσής του δείχνει το επείγον του πολιτικού προβλήματος σαν πρόβλημα συνολικής θέσμισης της κοινωνίας. Το να διαλύσουμε αυτό το πρόβλημα σε στάσεις τάχα "ηθικές" ισοδυναμεί στα πράγματα με ένα φενακισμό.

Σήμερα, προκειμένου να μιλήσουμε για το ρόλο και τη λειτουργία των διανοούμενων στη σύγχρονη κοινωνία, πρέπει να θέσουμε ορισμένες διακρίσεις και ν' αποφύγουμε τις απλουστεύσεις και επιφανειακότητες, που αρχίζουν να εξαπλώνονται. Τείνουν ορισμένοι αυτή τη στιγμή να θεωρήσουν τους διανοούμενους σαν μια ξεχωριστή "τάξη" και φτάνουν ακόμα να ισχυρίζονται ότι η τάξη αυτή βρίσκεται στη διαδικασία αναρρίχησης στην εξουσία. Χρησιμοποιούν, για άλλη μια φορά, το ξεχειλωμένο μαρξιστικό σχήμα και το μπαλώνουν τοποθετώντας τους "διανοούμενους" σαν "ανερχόμενη τάξη". Είναι μια παραλλαγή της ίδιας ρηχότητας όπως η "τεχνοκρατία" και η "τεχνοδομή". Και στις δύο περιπτώσεις αγνοείται πράγματι η ιδιαιτερότητα ενός κατ' εξοχήν σύγχρονου γεγονότος -- της ανάδυσης και της κυριαρχίας του γραφειοκρατικού μηχανισμού, που επικαλείται την "τεχνοκρατία" ή τη "θεωρία" σαν κάλυμμα της εξουσία του, αλλά δεν έχει καμιά σχέση ούτε με τη μια ούτε με την άλλη.

Μπορούμε να το δούμε ξεκάθαρα στις δυτικές χώρες: Αυτοί που διοικούν το Λευκό Οίκο, το Ανάκτορο των Ηλυσίων (3) τις μεγάλες καπιταλιστικές εταιρίες ή τα κράτη δεν είναι καθόλου οι τεχνικοί. Οταν, δε, καταλαμβάνουν θέσεις εξουσίας, το κριτήριο δεν είναι οι ικανότητές τους ως τεχνικών αλλά οι ικανότητες σε κομπίνες και ίντριγκες. Ο Ζισκάρ ντ' Εσταίν είναι αμελητέος σαν οικονομολόγος, αλλά εξαιρετικά πολυμήχανος όταν πρόκειται για πολιτικές τρικλοποδιές.

Μπορούμε να το δούμε επίσης σε όλα τα κόμματα και σε όλες τις χώρες της "μαρξιστικής" ή της "μαρξιστικο-λενινιστικής" περιοχής. Μια από τις φάρσες με τις αλλεπάλληλες επαναλήψεις που επιφυλάσσει η ιστορία -- που δείχνει πόσο γελοίο είναι να αντικαθίσταται η κοινωνική και ιστορική ανάλυση από απλές έρευνες πάνω στη γενεαλογία των ιδεών -- είναι το ζήτημα των σχέσεων της "θεωρίας" και του πραγματικού κινήματος της εργατικής τάξης. Είναι γνωστή η αντίληψη των Κάουτσκυ - Λένιν, σύμφωνα με την οποία εκείνοι που εισάγουν απ' έξω το σοσιαλισμό στην εργατική τάξη είναι οι μικροαστοί διανοούμενοι. Πολύ σωστά έχει κατακριθεί αυτή η θεωρία, και από μένα μεταξύ άλλων. Αλλά πρέπει να δούμε ότι, παραδόξως, είναι ψευδής και αληθής ταυτόχρονα. Ψευδής, διότι ό,τι υπάρξε σαν σοσιαλισμός έχει παραχθεί από το προλεταριάτο και όχι από μια οποιαδήποτε "θεωρία" και διότι εάν οι σοσιαλιστικές αντιλήψεις έπρεπε να εισαχθούν "εκ των έξω" στο προλατεριάτο, θα έπαυαν, από το ίδιο αυτό γεγονός, να έχουν οποιαδήποτε σχέση με το σοσιαλισμό. Αλλά είναι και αληθής, εάν με τη λέξη "σοσιαλισμός" εννοούμε το μαρξισμό, διότι αυτόν χρειάστηκε, ωραία και καλά, να τον μπολιάσουν, να τον εισαγάγουν επ' έξω, να τον επιβάλουν τελικά, σχεδόν διά της βίας στο προλεταριάτο. Τώρα -- άλλη σκηνή -- στο όνομα αυτής της αντίληψης τα μαρξιστικά κόμματα ισχυρίζονταν ανέκαθεν ότι είναι τα κόμματα της εργατικής τάξης, που την αντιπροσώπευαν "ουσιαστικά" ή "αποκλειστικά", αλλά εν ονόματι μιας θεωρίας που κατέχουν, η οποία σαν θεωρία δεν μπορεί μόνο να αποτελεί κτήμα των διανοούμενων.

Αυτό ήδη είναι αρκετά κωμικό. Υπάρχει όμως και το κωμικότερο: Στα κόμματα αυτά, στην πραγματικότητα ούτε οι εργάτες ούτε οι διανοούμενοι ήταν αυτοί που δέσποζαν και δεσπόζουν. Ενας νέος τύπος ανθρώπου εμφανίστηκε, ο πολιτικός μηχανάνθρωπος, που δεν ήταν ένας διανοούμενος αλλά ένας μισο-αναλφάβητος -- όπως ο Τορέζ στη Γαλλία ή ο Ζαχαριάδης στην Ελλάδα. Στην 3η Διεθνή υπήρχε ένας διανοούμενος που είναι δυνατόν να τον διαβάσει κανείς ακόμα και σήμερα. Ηταν ο Λούκατς. Δεν μέτραγε καθόλου. Αντίθετα, ο Στάλιν που έγραφε παιδαριώδη και δυσανάγνωστα πράγματα ήταν το παν. Ιδού, λοιπόν, οι πραγματικές σχέσεις μεταξύ θεωρίας και πρακτικής διά μέσου των πολλαπλών αντιστροφών που υφίστανται μέσα στην camera obscura της ιστορίας.

Στη σύγχρονη κοινωνία, όπου ασφαλώς η παραγωγή και η χρησιμοποίηση "γνώσεων" έχει πάρει μια τεράστια θέση, υπάρχει πολλαπλασιασμός των διανοούμενων. Αλλά σαν άτομα που συμμετέχουν σ' αυτή την παραγωγή και χρησιμοποίηση οι διανοούμενοι έχουν πολύ περιορισμένη ιδιαιτερότητα. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία εντάσσονται στις υπάρχουσες δομές εργασίας και αμοιβής, συνήθως δε στις γραφειοκρατικές ιεραρχικές δομές. Και απ' αυτό ακριβώς το γεγονός παύουν να έχουν, είτε πράγματι είτε δικαίως, μια ιδιαίτερη θέση, μια λειτουργία, μια αποστολή. Το γεγονός ότι κάποιος είναι ειδικός στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή στον τάδε κλάδο της βιολογίας, της αλγεβρικής τοπολογίας ή της ιστορίας των Ινκα δεν σημαίνει πως έχει κάτι το ιδιαίτερο να πει πάνω στην κοινωνία.

Η σύγχυση δημιουργείται διότι υπάρχει μια άλλη κατηγορία ανθρώπων, αριθμητικά πολύ περιορισμένη, που ασχολείται, ενδεχομένως ξεκινώντας από μια ειδίκευση, με τις "γενικές ιδέες" και λόγω αυτού διεκδικούν ή μπορούν να διεκδικήσουν ένα άλλο λειτούργημα -- ένα λειτούργημα "καθολικό". Πρόκειται για μια μακρόβια παράδοση, τουλάχιστον στην ηπειρωτική Ευρώπη. Βεβαίως, η παράδοση αυτή αρχίζει από την αρχαιότητα, όταν ο φιλόσοφος παύει να είναι φιλόσοφος-πολίτης (Σωκράτης) και βγαίνοντας έξω από την κοινωνία ομιλεί περί αυτής (Πλάτων). Είναι γνωστό το πώς την ξαναδέχτηκε η Δύση και το απόγειο στο οποίο έφτασε κατά τον αιώνα του Διαφωτισμού αλλά και μετέπειτα (Μαρξ). Στη Γαλλία, έγινε ένα είδος χαριτωμένου εθνικού ελαττώματος με καταγέλαστες μορφές: Κάθε απόφοιτος της Normale (4) ή επί πτυχίω φοιτητής της φιλοσοφίας ξεκινά στη ζωή με την ιδέα ότι μπορεί να έχει τον ιστορικό ρόλο του Βολταίρου ή του Ρουσώ. Τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια προσφέρουν ένα κατάλογο παραδειγμάτων που προκαλούν θυμηδία.

Οπως και να 'ναι, είναι φανερό ότι το πρόβλημα της κοινωνίας και της ιστορίας -- και της πολιτικής -- δεν είναι δυνατό να επιμεριστεί σε ένα κατάλογο ειδικών και κατά συνέπεια να γίνει αντικείμενο απασχόλησης και εργασίας μερικών -- είτε αυτοί ξεκινούν από μια ειδίκευση είτε όχι. Εάν μιλούμε γι' αυτούς, οφείλουμε να κατανοήσουμε την περίεργη, διφορούμενη και αντιφατική σχέση που διατηρούν με την κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα, που είναι εξ άλλου το προνομιακό αντικείμενό τους. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της σχέσης είναι βεβαίως η απόσταση που έχουν αναγκαστικά από την πραγματική κίνηση της κοινωνίας. Αυτή η απόσταση τους επιτρέπει να μην πνίγονται μέσα στα πράγματα, να μπορούν να επιχειρούν την εξαγωγή των κύριων κατευθύνσεων και τάσεων. Αλλά ταυτόχρονα τους καθιστά λίγο πολύ ξένους προς ό,τι συμβαίνει πραγματικά. Και μέχρι τώρα, σ' αυτή τη διφορούμενη, αντιθετική σχέση, που συντίθεται από δύο αντινομικούς όρους, ο ένας από τους όρους είναι υπερφορτισμένος σε συνάρτηση με όλη τη "θεωρητιστική" κληρονομιά που αρχίζει με τον Πλάτωνα και διαβιβάζεται διά μέσου των αιώνων και την οποία ο ίδιος ο Μαρξ κληρονόμησε, παρά κάποιες προσπάθειές του να απαλλαγεί απ' αυτήν. Ο διανοούμενος που ασχολείται με γενικές ιδέες ωθείται απ' όλη την παράδοσή του και από όλη τη μαθητεία του να δώσει προνομιούχα θέση στη δική του θεωρητική διεργασία. Σκέφτεται πώς μπορεί να βρει την αλήθεια πάνω στην κοινωνία και την ιστορία μέσα στο Λόγο ή μέσα στη θεωρία και όχι στην πραγματική κίνηση της ίδιας της ιστορίας και στη ζωντανή δραστηριότητα των ανθρώπων. Συγκαλύπτει εκ των προτέρων το χαρακτήρα δημιουργίας που έχει η κίνηση της ιστορίας. Ετσι μπορεί να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για τον εαυτό του και για τους άλλους. Αλλά δεν νομίζω πως υπάρχει εδώ απόλυτο αδιέξοδο. Διότι μπορεί επίσης να συμμετέχει σ' αυτή την κίνηση υπό τον όρο να καταλαβαίνει τι σημαίνει αυτή η συμμετοχή: Να δρα δηλαδή σαν πολίτης και όχι να εγγράφεται σ' ένα κόμμα για να ακολουθεί ευπειθώς τη γραμμή του ή να δίνει υπογραφές.

Ε.Τ.: Είχατε πει στο Esprit το Φεβρουάριο του 1977 ότι δεν είναι δυνατό να υπάρξει μια αυστηρή γνώση της κοινωνίας. Από τότε παριστάμεθα μάρτυρες σε μια εκατόμβη των σφαιρικών γνώσεων (μαρξισμός, ψυχανάλυση, φιλοσοφία της επιθυμίας), πράγμα που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό σας. Μένει το θέμα του να σκεφτούμε το παρόν. Αυτό το παρόν είναι συνυφασμένο με κρίσεις. Είναι δυνατό να σκεφτούμε αυτές τις κρίσεις κατά τρόπο μη-σφαιρικό, αλλά παρ' όλα αυτά ικανοποιητικό; Η πρέπει να αποδεχτούμε τη σκέψη μέσα στην κρίση; Και στην περίπτωση αυτή, με ποιο τρόπο;

Κ.Κ.: Ας αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις. Το ότι δεν υπάρχει καμιά αυστηρή γνώση της κοινωνίας δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμιά γνώση της κοινωνίας, ότι μπορούμε να λέμε οτιδήποτε, ότι όλα αξίζουν το ίδιο. Υπάρχει μια σειρά επιμέρους και "ανακριβών" γνώσεων (με την έννοια της αντίθεσης στις "ακριβείς"), που δεν είναι καθόλου αμελητέες σε σχέση με τη βοήθεια που μπορούν να προσφέρουν στην προσπάθειά μας να διαυγάσουμε τον κοινωνικο-ιστορικό κόσμο.

Αλλος κίνδυνος παρεξηγήσεων: Χρησιμοποιείτε τον όρο "σφαιρικό", φανερά με μια κριτική ή υποτιμητική διάθεση. Είμαστε σύμφωνοι στην καταδίκη της ιδέας μιας σφαιρικής γνώσης με την έννοια της ολικής ή απόλυτης γνώσης. Αλλά όταν σκεφτόμαστε την κοινωνία (δεν ομιλώ πια για γνώση, αλλά για σκέψη), αυτή η κίνηση-σκέψη στοχεύει αφ' εαυτής στο όλον της κοινωνίας. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στη φιλοσοφία. Μια φιλοσοφική σκέψη είναι μια σκέψη η οποία υποχρεωτικά στοχεύει το όλον στο αντικείμενό της. Η εγκατάλειψη της αυταπάτης του "συστήματος" δεν σημαίνει παραίτηση να σκεφτούμε το ον ή τη γνώση, για παράδειγμα.

Από την άλλη πλευρά, η ιδέα ενός "καταμερισμού της εργασίας" είναι φανερά παράλογη. Φαντάζεται κανείς φιλοσόφους που να αποφασίζουν "εσύ θα σκεφτείς αυτή την άποψη του όντος και εγώ την άλλη"; Φαντάζεται κανείς ένα ψυχαναλυτή που να λέει στον ασθενή του "θα μου μιλήσετε για τα προβλήματά σας τα σχετικά με τον πρωκτό, αλλά για τα στοματικά θα σας συστήσω στο Χ συνάδελφό μου"; Το ίδιο, λοιπόν, συμβαίνει με την κοινωνία και την ιστορία: Μια πραγματική ολότητα είναι παρούσα ήδη αφ' εαυτής και αυτή είναι ο στόχος. Η πρωταρχική ερώτηση της σκέψης για την κοινωνική συγκρότηση, όπως τη διατύπωσα στο βιβλίο μου "Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας", είναι: Τι συνέχει μια κοινωνία, σε τι οφείλεται το γεγονός ότι υπάρχει μια κοινωνία και όχι διασκορπισμός και διάλυση; Και όταν ακόμα υπάρχει διασκορπισμός και διάλυση, πρόκειται και πάλι για κοινωνικό διασκορπισμό και κοινωνική διάλυση και όχι για το διασκορπισμό των μορίων ενός αερίου.

Το όλον σαν στόχος, όταν σκεφτόμαστε την κοινωνία, είναι αναπόφευκτο, είναι συστατικό της σκέψης. Και παραμένει όταν σκεφτόμαστε την κοινωνία, όχι σε μια θεωρητική αλλά σε μια πολιτική προοπτική. Το πολιτικό πρόβλημα είναι το πρόβλημα της ολικής θέσμισης της κοινωνίας. Εάν τοποθετηθούμε σ' αυτό το επίπεδο και όχι στο επίπεδο, για παράδειγμα, των ευρωπαϊκών εκλογών, είμαστε υποχρεωμένοι να θέσουμε στους εαυτούς μας το ερώτημα της θέσμισης, της θεσμίζουσας και της θεσμισμένης κοινωνίας, της σχέσης της μιας προς την άλλη και της συγκεκριμενοποίησης όλων αυτών στην υπάρχουσα φάση. Πρέπει να ξεπεράσουμε την αντίθεση ανάμεσα στην αυταπάτη μιας σφαιρικής γνώσης της κοινωνίας και στην αυταπάτη ότι θα μπορούσαμε να καταφύγουμε σε μια σειρά ειδικευμένων και τμηματικών ειδικοτήτων. Πρέπει να καταστραφεί αυτός ακριβώς ο χώρος πάνω στον οποίο υπάρχει αυτή η αντίθεση.

Να σκεφτούμε την κρίση ή να σκεφτούμε μέσα στην κρίση; Ασφαλώς οφείλουμε να σκεφτούμε την κρίση της κοινωνίας και ασφαλώς η σκέψη μας δεν είναι εξωτερική σε σχέση μ' αυτή την κοινωνία, όντας ριζωμένη -- αν έχει κάποια αξία -- σ' αυτό τον κοινωνικο-ιστορικό κόσμο. Αυτή η σκέψη δεν μπορεί παρά να βρίσκεται η ίδια σε κρίση. Σ' εμάς έγκειται να την κάνουμε κάτι.

Ε.Τ.: Και η γαλλική κοινωνία; Αυτή ακριβώς μας απασχολεί. Σύμφωνα με την άποψή σας, υπάρχει ένα επαναστατικό πρόταγμα δύο αιώνων. Οι σημασίες αυτών των εξεγέρσεων είναι ομόλογες και παρέπεμπαν σ' αυτό το πρόταγμα. Τι συμβαίνει σήμερα με τις επαναστάσεις; Αναφέρεται πάντοτε σαν παράδειγμα ο αγώνας των γυναικών, οι μετανάστες, ο κοινωνικός πειραματισμός, οι αντι-πυρηνικοί αγώνες. Αλλά αυτοί οι χώροι έντασης, αυτά τα πεδία συγκρούσεων δεν αντιστοιχούν άραγε σε αδυναμίες του κοινωνικού συστήματος επιδεχόμενες ρύθμιση ή ακόμα και εξάλειψη μακροπρόθεσμα;

Κ.Κ.: Θα άρχιζα από μια πιο γενική παρατήρηση. Το κύριο μάθημα που μπορούμε να βγάλουμε από την εμπειρία του περασμένου αιώνα, από τη μοίρα του μαρξισμού, από την εξέλιξη του εργατικού κινήματος -- που είναι εξ άλλου ένα διόλου πρωτότυπο μάθημα -- είναι πως η ιστορία αποτελεί πεδίο κινδύνου και τραγωδίας. Οι άνθρωποι τρέφουν την αυταπάτη ότι μπορούν να βγουν απ' αυτή και την εκφράζουν με το εξής αίτημα: Κατασκευάστε μου ένα θεσμικό σύστημα που να εγγυάται ότι τα πράγματα δεν θα πάρουν ποτέ άσχημη τροπή, αποδείξτε μου πως μια επανάσταση δεν θα εκφυλιστεί ποτέ ή πως το υπάρχον καθεστώς δεν θα οικειοποιηθεί ποτέ το τάδε κίνημα. Η διατύπωση όμως αυτού του αιτήματος σημαίνει πως παραμένουμε στο χώρο του πιο απόλυτου φενακισμού. Σημαίνει πως πιστεύουμε ότι είναι δυνατό να υπάρξουν μέτρα πάνω στο χαρτί ικανά, ανεξάρτητα από την πραγματική δραστηριότητα των ανδρών και των γυναικών μέσα στην κοινωνία, να εξασφαλίσουν ένα ειρηνικό μέλλον ή την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα όταν αναζητούμε -- πρόκειται για μαρξιστική αυταπάτη -- μέσα στην ιστορία ένα παράγοντα που θα ήταν θετικός και μόνο θετικός -- με άλλα λόγια, στη μαρξιστική διαλεκτική, αρνητικός και μόνο αρνητικός, δηλαδή μη αξιοποιήσιμος ούτε θετικοποιήσιμος από θεσπισμένο σύστημα. Αυτή η θέση, που αποδόθηκε από τον Μαρξ στο προλεταριάτο, συνεχίζει συχνά να δεσπόζει στο πνεύμα των ανθρώπων είτε θετικά (έτσι μερικές φεμινίστριες μοιάζουν να λένε πως υπάρχει στο κίνημα των γυναικών ένας ασφετέριστος και αδιάφθορος ριζοσπαστισμός) είτε αρνητικά όταν μερικοί λένε "για να πιστέψουμε σ' αυτό το κίνημα, θα πρέπει να μας αποδείξουν πως από τη φύση του δεν είναι δυνατό να το οικειοποιηθούν άλλοι".

Οχι μόνο δεν υπάρχουν παρόμοια κινήματα, αλλά συμβαίνει κάτι πολύ σημαντικότερο. Κάθε επιμέρους κίνημα όχι μόνο μπορεί να γίνει κτήμα του συστήματος, αλλά για όσο διάστημα το σύστημα δεν έχει καταργηθεί να συμμετέχει σε κάποιο βαθμό στη συνέχιση της λειτουργίας αυτού του συστήματος. Μπόρεσα να το αποδείξω από καιρό με το παράδειγμα των εργατικών αγώνων(5). Ευρισκόμενος εν αμύνει ο καπιταλισμός κατόρθωσε να λειτουργήσει όχι παρά τους εργατικούς αγώνες, αλλά χάρη σ' αυτούς. Δεν μπορούμε όμως να σταθούμε σ' αυτή τη διατύπωση. Χωρίς αυτούς τους αγώνες δεν θα ζούσαμε στην κοινωνία που ζούμε, αλλά σε μια κοινωνία θεμελιωμένη πάνω στην εργασία βιομηχανικών σκλάβων. Και οι αγώνες αυτοί έθεσαν υπό αμφισβήτηση κάποιες κεντρικές φαντασιακές σημασίες του καπιταλισμού: Ιδιοκτησία, ιεραρχία κλπ.

Μπορούμε να πούμε το ίδιο για το κίνημα των γυναικών, το κίνημα των νέων, παρά την ιδιαίτερη σύγχυσή τους, το οικολογικό κίνημα. Αμφισβητούν τις κεντρικές φαντασιακές σημασίες της θεσμισμένης κοινωνίας και ταυτόχρονα δημιουργούν κάτι. Το κίνημα των γυναικών τείνει να καταργήσει την ιδέα της ιεραρχικής σχέσης ανάμεσα στα φύλα. Εκφράζει την πάλη των ατόμων γυναικείου φύλου για την αυτονομία τους. Καθώς οι σχέσεις των φύλων είναι πυρηνικές σε κάθε οικογένεια, το κίνημα αυτό επηρεάζει όλη την κοινωνική ζωή και οι επιπτώσεις του παραμένουν ανυπολόγιστες. Το ίδιο ισχύει και σε ό,τι αφορά την αλλαγή των σχέσεων μεταξύ γενεών. Και ταυτόχρονα, νέοι και γυναίκες (και κατά συνέπεια, άνδρες και γονείς) είναι υποχρεωμένοι να συνεχίσουν να ζουν, άρα να ζουν διαφορετικά, να κάνουν, να ψάχνουν, να δημιουργούν κάτι. Βεβαίως, αυτό που κάνουν μένει αναγκαστικά ενταγμένο στο σύστημα για όλο το διάστημα που υπάρχει το σύστημα -- πρόκειται δηλαδή για μια ταυτολογία. (Η φαρμακοβιομηχανία πραγματοποιεί κέρδη από τα αντισυλληπτικά -- και λοιπόν;) Αλλά την ίδια στιγμή το σύστημα υποσκάπτεται στα βασικά σημεία που το υποβαστάζουν: Στις συγκεκριμένες μορφές κυριαρχίας, καθώς και σ' αυτή την ίδια την ιδέα της κυριαρχίας.

Επανέρχομαι τώρα στην πρώτη πτυχή της ερώτησής σας: Αυτά τα κινήματα είναι δυνατό να ενοποιηθούν; Είναι προφανές στο αφηρημένο επίπεδο ότι πρέπει να ενοποιηθούν. Και το πολύ σημαντικό γεγονός είναι ότι δεν είναι ενοποιημένα και τούτο δεν είναι τυχαίο. Εάν το κίνημα των γυναικών ή το οικολογικό κίνημα ανθίστανται τόσο πολύ σε ό,τι θα αποκαλούσαν πιθανώς "πολιτικοποίηση", τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι στη σύγχρονη κοινωνία υπάρχει η εμπειρία του εκφυλισμού των πολιτικών οργανώσεων, μια ιστορία που πάει πολύ μακριά. Δεν πρόκειται μόνο για τον οργανωτικό τους εκφυλισμό, για τη γραφειοκρατικοποίησή τους, αλλά και για τις πρακτικές τους, για το γεγονός ότι οι "πολιτικές" οργανώσεις δεν έχουν τίποτα το κοινό πλέον με την πραγματική πολιτική, για το ότι η μόνη τους ενασχόληση είναι η διείσδυση στον κρατικό μηχανισμό ή η κατάκτησή του. Α παρούσα αδυναμία ενοποίησης αυτών των διαφόρων κινημάτων εκφράζει ένα πρόβλημα απείρως γενικότερο και σοβαρότερο: Το πρόβλημα της πολιτικής δράσης και οργάνωσης στη σύγχρονη κοινωνία.

Γκιγιώμ Μαλωρί: Μπορούμε να το δούμε σε ό,τι συμβαίνει στη γαλλική άκρα αριστερά ή στους οικολόγους που διστάζουν να συνταχθούν με ένα κόμμα...

Κ.Κ.: Δεν ζητάει κανείς από τους οικολόγους να συσταθούν σε κόμμα. Τους ζητάει να δουν ξεκάθαρα ότι οι θέσεις τους θέτουν υπό αμφισβήτηση, και πολύ σωστά, το σύνολο του σύγχρονου πολιτισμού και πως αυτό που τόσο επιθυμούν δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί χωρίς τη ριζική μεταβολή της κοινωνίας.

Το βλέπουν ή όχι; Εάν το βλέπουν και λένε "για την ώρα το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι ο αγώνας ενάντια στην κατασκευή του τάδε πυρηνικού σταθμού", έχει καλώς. Αλλά πολύ συχνά έχει κανείς την εντύπωση πως δεν το βλέπουν. Εξ άλλου, ακόμα κι αν πρόκειται για ένα πυρηνικό σταθμό, το γενικό πρόβλημα εμφανίζεται αμέσως: Η πρέπει ταυτόχρονα να πει κανείς ότι είναι εναντίον του ηλεκτρισμού ή πρέπει να προτάξει μια άλλη ενεργειακή πολιτική και τότε θέτει σε αμφισβήτηση ολόκληρη την οικονομία και ολόκληρο τον πολιτισμό. Η συνεχώς αυξανόμενη σπατάλη ενέργειας και των υπόλοιπων είναι οργανικά ενσωματωμένη στο σύγχρονο καπιταλισμό, στην οικονομία του, ακόμα και στον ίδιο τον ψυχισμό των ατόμων. Γνωρίζω οικολόγους που δεν σβήνουν το φως όταν βγαίνουν από ένα δωμάτιο...

Ε.Τ.: Εχετε γράψει ότι η σύγχρονη κοινωνία είναι η κοινωνία της αύξουσας ιδιωτικοποίησης (privatisation) των ατόμων, που δεν είναι πια αλληλέγγυα, αλλά εξατομικευμένα. Ιδιωτικοποίηση και πέρασμα από μια γόνιμη, ζωντανή κοινωνία σε μια άτονη κοινωνία, δεν είναι συνυφασμένα;

Γ.Μ.: Η γαλλική κοινωνία δεν έχει αλλάξει πολύ βαθιά για να είναι ακόμα δυνατή μια γενική ανατροπή;

Κ.Κ.: Το να πούμε ότι μια άτονη κοινωνία αντικατέστησε μια γόνιμη κοινωνία, ότι κάθε ριζική αλλαγή είναι στο εξής αδιανόητη, θα σήμαινε πως μια ολόκληρη φάση της ιστορίας, που άρχισε ίσως το 12ο αιώνα, βρίσκεται στο τέλος της, πως μπαίνουμε σε δεν ξέρω ποιο νέο Μεσαίωνα, που τον χαρακτηρίζει είτε η ιστορική ηρεμία (όταν βλέπουμε τα γεγονότα, η ιδέα αυτή φαίνεται κωμική) είτε οι βίαιες συγκρούσεις και αποσυνθέσεις και ο οποίος στερείται ιστορικής παραγωγικότητας -- εν τέλει, σε μια κλειστή κοινωνία που τελματώνεται ή που δεν γνωρίζει τίποτα άλλο από το να ξεσχίζεται χωρίς να δημιουργεί τίποτα. (Παρενθετικά, αυτή είναι η σημασία που έδινα πάντα στον όρο "βαρβαρότητα" στην έκφραση "Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα").

Δεν πρόκειται για προφητείες. Αλλά σε καμιά περίπτωση δεν σκέφτομαι πως ζούμε σε μια κοινωνία όπου δεν συμβαίνει τίποτα πια. Αρχικά πρέπει να δούμε τον βαθιά αντινομικό χαρακτήρα της διαδικασίας. Το παρόν καθεστώς ωθεί τα άτομα προς την ιδιωτικοποίηση. Την ευνοεί, την ενισχύει, την υποστηρίζει. Τα ίδια τα άτομα, στο μέτρο που δεν βλέπουν μια συλλογική δραστηριότητα που να τους προσφέρει μια διέξοδο ή που απλώς να συντηρεί ένα νόημα, αποσύρονται στην "ιδιωτική" σφαίρα. Αλλά επίσης το ίδιο ακριβώς σύστημα πέρα από κάποιο όριο δεν μπορεί να ανεχτεί αυτή την ιδιωτικοποίηση διότι η πλήρης κονιορτοποίηση της κοινωνίας θα κατέληγε στην κατάρρευσή της. Ετσι το βλέπουμε να επιδίδεται περιοδικά σε προσπάθειες εκ νέου προσέλκυσης των ανθρώπων σε συλλογικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Και τα ίδια τα άτομα, κάθε φορά που επιθυμούν να αγωνιστούν, "συλλογικοποιούνται" εκ νέου.

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να κρίνουμε θέματα αυτής της τάξης σε μια βραχυπρόθεσμη προοπτική. Διατύπωσα για πρώτη φορά αυτή την ανάλυση πάνω στην ιδιωτικοποίηση και στην αντινομία, για την οποία μόλις μιλήσαμε, το 1959(6). Αρκετοί "μαρξιστές" εκείνης της εποχής και έκτοτε δεν είδαν σ' αυτήν παρά μόνο την ιδέα της ιδιωτικοποίησης και έσπευσαν να δηλώσουν πως εκποιούσα τις επαναστατικές θέσεις και ότι η ανάλυσή μου είχε ανασκευαστεί από τα γεγονότα της δεκαετίας του '60. Φυσικά, αυτά τα γεγονότα επιβεβαίωναν τις αναλύσεις μου τόσο με το "μη κλασικού" τύπου περιεχόμενό τους (και τους πρωταγωνιστές τους) όσο και από το ότι προσέκρουσαν ακριβώς πάνω στο σφαιρικό πολιτικό πρόβλημα. Και η δεκαετία του '70, παρά τις μεγάλες δονήσεις που υπέστη το καθεστώς, υπήρξε εκ νέου περίοδος αναδίπλωσης των ανθρώπων στην "ιδιωτική" τους σφαίρα.

Γ.Μ.: Καθορίζετε την αυτό-θέσμιση που μένει να πραγματωθεί στο μέλλον σαν απομυθοποιημένη. Πρόκειται για ένα προσωρινό corpus που η κοινωνία μπορεί να ξανακαθορίζει και να μεταβάλλει πάντα κατά την κρίση της. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι μεγάλοι πολιτισμοί, όπως και οι μεγάλες εξεγέρσεις, βιάζουν την ιστορία ξεκινώντας από ένα συμφιλιωτικό μύθο των αντιθέσεων. Οι λαοί φαίνεται να γίνονται πραγματικές και αποτελεσματικές δυνάμεις όταν σκιαγραφείται μια εσχατολογική προοπτική. Τούτο φαίνεται ότι καθιστά όλότελα τυχαία την προσφυγή μας στο κριτικό δυναμικό. Είναι δυνατό να κινητοποιήσουμε τους ανθρώπους με ένα θεσμισμένο φαντασιακό, προσωρινό και εύθραυστο; Μπορούμε να θεμελιώσουμε μια σχέση με το θεσμό αποκλειστικά πάνω στο Λόγο;

Κ.Κ.: Η απομυθοποίηση της θέσμισης έχει πραγματωθεί από τον καπιταλισμό ήδη από τον 19ο αιώνα. Ο καπιταλισμός είναι ένας καθεστώς που αποκόπτει δυνάμει κάθε σχέση της θέσμισης με μια εξω-κοινωνική αρχή. Η μόνη αρχή που επικαλείται είναι ο Λόγος, στον οποίο προσδίδει ένα σαφώς ειδικό περιεχόμενο. Απ' αυτή την άποψη υπάρχει μια σημαντική αμφισημία των επαναστάσεων του 18ου και 19ου αιώνα: Ο κοινωνικός νόμος τίθεται σαν έργο της κοινωνίαςκαι ταυτόχρονα υποτίθεται ότι θεμελιώνεται πάνω σε μια ορθολογική "φύση" ή πάνω σε έναν "ορθό λόγο" φυσικό ή υπερ-ιστορικό. Αυτό παραμένει επίσης τελικά και η αυταπάτη του Μαρξ. Αυταπάτη που είναι μια ακόμα από τις μάσκες και τις μορφές της ετερονομίας: Ο νόμος υπαγορεύεται είτε από το θεό είτε από τη φύση είτε από τους "νόμους της ιστορίας" -- υπαγορεύεται όμως πάντοτε.

Η ιδέα πως υπάρχει μια πηγή και μια εηω-κοινωνική θεμελίωση του νόμου είναι αυταπάτη. Ο νόμος, ο θεσμός, είναι δημιουργία της κοινωνίας. Κάθε κοινωνία είναι αυτοθεσμισμένη, αλλά μέχρι τώρα κατοχύρωνε τη θέσμισή της ορίζοντας μια εξω-κοινωνική πηγή της ίδιας της της υπόστασης και της θέσμισής της. Αυτό που αποκαλώ ρητή αυτό-θέσμιση, δηλαδή την αναγνώριση εκ μέρους της κοινωνίας ότι η θέσμιση είναι έργο της, διόλου δεν συνεπάγεται έναν "εύθραυστο" χαρακτήρα του θεσμού ή των σημασιών που αυτός ενσαρκώνει. Το ότι αναγνωρίζω την Τέχνη της φούγκας ή τις Ελεγείες του Ντουίνου σαν έργα ανθρώπινα, κοινωνικο-ιστορικές δημιουργίες, δεν με υποχρεώνει να τις αναγνωρίσω και ως "εύθραυστες". Εργα ανθρώπινα -- απλώς ανθρώπινα; Το θέμα είναι τι εννοούμε μ' αυτό. Ο άνθρωπος είναι "απλώς ανθρώπινος"; Εάν ήταν έτσι, δεν θα ήταν άνθρωπος, δεν θα ήταν τίποτα. Ο καθένας από μας είναι ένα απύθμενο πηγάδι κι αυτό το "απύθμενο" είναι προφανώς ανοιχτό στο απύθμενο του κόσμου. Σε κανονικούς καιρούς αρπαζόμαστε με όλη μας τη δύναμη από το χείλος του πηγαδιού και εκεί περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Αλλά το Συμπόσιο, το Ρέκβιεμ και ο Πύργος έρχονται απ' αυτό το "απύθμενο" και μας αναγκάζουν να το δούμε. Δεν έχω ανάγκη από ένα ιδιαίτερο μύθο για να αναγνωρίσω αυτό το γεγονός. Οι ίδιοι οι μύθοι, όπως και οι θρησκείες, έχουν ταυτόχρονα σχέση μ' αυτό το "απύθμενο" και στοχεύουν στην κάλυψή του. Του δίνουν μια καθορισμένη και συγκεκριμένη μορφή που ταυτόχρονα αναγνωρίζει το "απύθμενο" και στην πραγματικότητα τείνει να το καλύψει παγιώνοντάς το. Το "ιερό" είναι ένα θεσμισμένο ομοίωμα του "απύθμενου". Δεν έχω ανάγκη από ομοιώματα και η μετριοφροσύνη μου με οδηγεί στη σκέψη πως αυτό που μπορώ εγώ από την άποψη αυτή, το μπορούν όλοι. Πίσω από τις ερωτήσεις σας υπάρχει η ιδέα πως μόνο ένας μύθος θα μπορούσε να θεμελιώσει τη συνοχή της κοινωνίας με τους θεσμούς της. Ξέρετε πως αυτό ήταν ήδη η ιδέα του Πλάτωνος: Το "θείον ψεύδος". Αλλά το θέμα είναι απλό. Από τη στιγμή που γίνεται λόγος για "θείον ψεύδος", το ψεύδος μένει ψεύδος και ο χαρακτηρισμός "θείον" δεν αλλάζει τίποτα.

Το βλέπουμε σήμερα με τις γελοίες χειρονομίες αυτών που θέλουν να κατασκευάσουν επί παραγγελία μια αναγέννηση της θρησκευτικότητας για υποτειθέμενους "πολιτικούς" λόγους. Υποθέτω ότι αυτές οι εμπορικές δραστηριότητες πρέπει να προκαλούν τη ναυτία όσων μένουν πραγματικά πιστοί. Πραγματευτάδες θέλουν να πλασάρουν τη βαθιά φιλοσοφία ένός ελευθεριάζοντος διευθυντού της Ασφάλειας: "Εγώ το ξέρω ότι ο ουρανός είναι άδειος, αλλά οι άνθρωποι πρέπει να πιστεύουν πως κατοικείται, διαφορετικά δεν θα υπακούουν στο νόμο". Τι αθλιότητα! Οταν υπήρχε, όταν μπορούσε να υπάρχει η θρησκεία, ήταν μια άλλη υπόθεση. Δεν υπήρξα ποτέ θρήσκος, αλλά ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να ακούσω τα Κατά Ματθαίον Πάθη μένοντας στην κανονική μου κατάσταση. Η αναγέννηση όμως του στοιχείου μέσω του οποίου τα Κατά Ματθαίον Πάθη ήρθαν στον κόσμο ξεπερνά τις δυνατότητες του οίκου Grasset και του τραστ Hachette(7). Φαντάζομαι ότι πιστοί και μη θα συμφωνήσουμε να προσθέσουμε "ευτυχώς".

Γ.Μ.: Αλλά με εξαίρεση την περίπτωση της Αρχαίας Ελλάδας, που αναφέρετε συχνά σαν παράδειγμα, είναι αλήθεια πως στην ιστορία οι μύθοι έχουν συχνά θεμελιώσει προσχώρηση της κοινωνίας στους θεσμούς της.

Κ.Κ.: Είναι αναμφισβήτητο. Και όχι μόνο συχνά, αλλά σχεδόν πάντοτε. Εάν προβάλλω την περίπτωση της Αρχαίας Ελλάδας, είναι γιατί υπήρξε η πρώτη, απ' όσα ξέρω, ρήξη αυτής της τάξης των πραγμάτων, ρήξη που παραμένει παραδειγματική και που ξαναρχίζει στη Δύση τον 17ο αιώνα με το Διαφωτισμό και την Επανάσταση. Το σημαντικό στην Αρχαία Ελλάδα είναι το πραγματικό κίνημα εγκαθίδρυσης της δημοκρατίας, που είναι ταυτόχρονα μια έργω φιλοσοφία και συμβαδίζει με τη γέννηση της φιλοσοφίας, με την αυστηρή έννοια της λέξης. Οταν ο δήμος εγκαθιδρύει τη δημοκρατία, φιλοσοφεί: Ανοίγει την ερώτηση της αρχής και του θεμελίου του νόμου. Και ανοίγει ένα δημόσιο χώρο σκέψης, κοινωνικό και ιστορικό, μέσα στον οποίο υπάρχουν φιλόσοφοι, οι οποίοι για μεγάλο χρονικό διάστημα (μέχρι και συμπεριλαμβανομένου του Σωκράτη) παραμένουν πολίτες. Με αφετηρία ακριβώς την αποτυχία της δημοκρατίας, της αθηναϊκής δημοκρατίας, ο Πλάτων πρώτος επεξεργάζεται μια "πολιτική φιλοσοφία" που θεμελιώνεται ολόκληρη πάνω στην παραγνώριση και συγκάλυψη της ιστορικής δημιουργικότητας, η οποία χαρακτηρίζει την κοινότητα και δημιουργικότητα που ο "Επιτάφιος" του Περικλή στον Θουκυδίδη εκφράζει με ένα αξεπέραστο βάθος. Αυτή η πολιτική φιλοσοφία, όπως και όλες οι "πολιτικές φιλοσοφίες" που θα την ακολουθήσουν, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια φιλοσοφία περί της πολιτικής, εξωτερική από την πολιτική και τη θεσμίζουσα δραστηριότητα της κοινότητας.

Το 18ο αιώνα υπάρχει βεβαίως το κίνημα της κοινότητας που παίρνει φανταστικές διαστάσεις στη Γαλλική Επανάσταση. Και υπάρχει η αναγέννηση μιας πολιτικής φιλοσοφίας που είναι διφορούμενη: Από τη μια μεριά είναι, όπως ξέρουμε, βαθύτατα κριτική και απελευθερωτική. Ταυτόχρονα όμως παραμένει στο σύνολό της κάτω από την κυριαρχία μιας ορθολογιστικής μεταφυσικής, τόσο ως προς τις θέσεις της πάνω σ' αυτό που είναι όσο και ως προς τη θεμελίωση του κριτηρίου γι' αυτό που πρέπει να είναι. Θέτει γενικά ένα "άτομο-ουσία" με πάγιους καθορισμούς και από το άτομο αυτό θέλει να παραγάγει το κοινωνικό. Και επικαλείται ένα λόγο, το Λόγο (ελάχιστα ενδιαφέρει αν τον ονομάζει σε κάποιες στιγμές φύση ή θεό) σαν τελική και εξω-κοινωνική θεμελίωση του κοινωνικού νόμου.

Η συνέχιση του ριζικά κριτικού, δημοκρατικού, επαναστατικού κινήματος που πραγματοποιείται από τις επαναστάσεις του 18ου αιώνα και το Διαφωτισμό στην αρχή και από το σοσιαλιστικό εργατικό κίνημα κατόπιν παρουσιάζει σε σχέση με την Ελλάδα του 6ου και 5ου αιώνα σημαντικά "πλέον" και "μείον". Τα "πλέον" είναι καταφανή: Η αμφισβήτηση του θεσμισμένου κοινωνικού φαντασιακού από το εργατικό κίνημα πηγαίνει πολύ πιο μακριά. Η αμφισβήτηση των πραγματικών θεσμισμένων συνθηκών της κοινωνικής ύπαρξης (οικονομία, εργασία κλπ.) καθολικεύεται έχοντας σαν στόχο κατ' αρχή όλες τις κοινωνίες και όλους τους λαούς. Αλλά δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τα "μείον": Είναι σπάνιες οι στιγμές που το κίνημα κατορθώνει να ξεφύγει τελείως από την εξουσία της θεσμισμένης κοινωνίας και προπαντός, από μια στιγμή και πέρα, το κίνημα πέφτει, σαν οργανωμένο κίνημα, κάτω από την αποκλειστική ή κυρίαρχη, ακόμα και όταν είναι έμμεση, επίδραση του μαρξισμού. Ο μαρξισμός όμως στο βαθύτερο υπόστρωμά τουδεν κάνει τίποτα άλλο από το να οικειοποιείται και να φέρνει στο όριο τις φαντασιακές κοινωνικές σημασίες που έχουν θεσμισθεί από τον καπιταλισμό: Κεντρικότητα της παραγωγής και της θρησκείας, ισοπεδωτική θρησκεία της "προόδου", κοινωνικό φάντασμα της απεριόριστης επέκτασης της "ορθολογικής" κυριαρχίας. Αυτές οι σημασίες και τα αντίστοιχα οργανωτικά πρότυπα επανεισάγονται στο εργατικό κίνημα μέσω του μαρξισμού. Και πίσω απ' όλα αυτά υπάρχει πάντα η θεωρητικίστικη αυταπάτη: Ολη η ανάλυση και όλη η προοπτική επικαλείται τους "νόμους της ιστορίας", που η θεωρία ισχυρίζεται ότι ανακάλυψε μια για πάντα.

Αλλά ήρθε η στιγμή να μιλήσουμε και "θετικά". Η προέκταση των απελευθερωτικών κινημάτων που γνωρίζουμε -- εργάτες, γυναίκες, νέοι, κάθε είδους μειονότητες -- υποβαστάζει το πρόταγμα εγκαθίδρυσης μιας αυτόνομης κοινωνίας, αυτό-διαχειριζόμενης, αυτό-οργανωμένης, αυτό-κυβερνώμενης, αυτό-θεσμισμένης. Αυτό που εκφράζω κατ' αυτό τον τρόπο στο επίπεδο του θεσμού και του τρόπου θέσμισης μπορώ επίσης να το εκφράσω και ως προς τις φαντασιακές κοινωνικές σημασίες, που αυτή η θέσμιση θα ενσαρκώσει. Κοινωνική και ατομική αυτονομία -- δηλαδή, ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη. Είναι δυνατό να αποκαλέσει κανείς αυτές τις ιδέες "μύθους"; Οχι. Δεν είναι μορφές και σχήματα καθορισμένα και καθοριστέα άπαξ διά παντός. Δεν κλείνουν την ερώτηση, αντίθετα την ανοίγουν. Δεν έχουν στόχο την κάλυψη του πηγαδιού, για το οποίο μιλούσα πριν λίγο, αφήνοντάς του στην καλύτερη περίπτωση μια στενή διέξοδο. Υπενθυμίζουν επίμονα στην κοινωνία το ανεξάντλητο "απύθμενο" που αποτελεί το βάθος της. Ας πάρουμε για παράδειγμα την ιδέα της δικαιοσύνης. Δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει ποτέ μια κοινωνία που θα είναι δίκαιη μια και για πάντα. Μια δίκαιη κοινωνία είναι μια κοινωνία όπου η πραγματική ερώτηση της πραγματικής δικαιοσύνης είναι πάντοτε πραγματικά ανοιχτή. Δεν υπάρχει, δεν θα υπάρξει ποτέ "νόμος" που να ρυθμίζει το θέμα της δικαιοσύνης μια για πάντα, ώστε να είναι για πάντα δίκαιος. Μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία που αλλοτριώνεται από το νόμο της άπαξ και αυτός τεθεί. Οπως μπορεί να υπάρξει και μια κοινωνία η οποία, αναγνωρίζοντας τη διαρκώς επαναδημιουργούμενη απόσταση μεταξύ των "νόμων" της και του αιτήματος δικαιοσύνης, ξέρει αφ' ενός πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς νόμους αφ' ετέρου ότι αυτοί οι νόμοι είναι δικό της δημιούργημα και συνεπώς μπορεί συνεχώς να τους αναθεωρεί. Μπορούμε να πούμε το ίδιο για το αίτημα της ισότητας -- απόλυτα ισοδύναμο με αυτό της ελευθερίας από τη στιγμή που αυτή καθολικοποιείται. Μόλις βγω από τον καθαρά "νομικό" χώρο ενδιαφερόμενος για την πραγματική ισότητα και την πραγματική ελευθερία, είμαι υποχρεωμένος να διαπιστώσω ότι οι ίδιοι οι νόμοι εξαρτώνται από από ολόκληρη τη θέσμιση της κοινωνίας. Πώς είναι δυνατό να είμαστε ελεύθεροι, εάν υπάρχει πραγματική ανισότητα συμμετοχής στην εξουσία; Γι' αυτό το λόγο, ειρήσθω εν παρόδω, ο "αγώνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα", όσο σημαντικός και αν είναι, όχι μόνο δεν είναι πολιτική, αλλά κινδυνεύει εάν περιοριστεί σ' αυτά να γίνει μια σισσύφεια εργασία, ένας πίθος των Δαναΐδων, ένας ιστός της Πηνελόπης(8).

Η ελευθερία, η ισότητα και η δικαιοσύνη δεν είναι μύθοι ούτε και "καντιανές ιδέες", πολιτικοί πολικοί αστέρες που καθοδηγούν τη ναυσιπλοΐα μας, και τους οποίους δεν τίθεται κατ' αρχή θέμα να πλησιάσουμε. Μπορούν να υλοποιηθούν πραγματικά στην ιστορία -- έχουν ήδη πραγματωθεί. Υπάρχει μια ριζική και πραγματική διαφορά ανάμεσα στο Αθηναίο πολίτη και τον υπήκοο ενός Ασιάτη μονάρχη. Το να πούμε ότι δεν πραγματοποιήθηκαν "ολοκληρωμένα" και πως ποτέ δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν δείχνει απλώς ότι δεν γίνεται κατανοητό το πώς τίθεται η ερώτηση και τούτο διότι παραμένουμε πάντοτε αιχμάλωτοι της κληρονομημένης φιλοσοφίας και οντολογίας, δηλαδή του πλατωνισμού γιατί στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ καμιά άλλη. Υπάρχει άραγε ποτέ "ολοκληρωμένη αλήθεια"; Οχι. Μήπως αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ποτέ πραγματική αλήθεια στην ιστορία, μήπως αυτό καταργεί τη διάκριση ανάμεσα στο αληθές και το ψευδές; Μήπως η αθλιότητα της δυτικής δημοκρατίας καταργεί τη διαφορά ανάμεσα στην πραγματική κατάσταση ενός Γάλλου ή Αγγλου ή Αμερικανού και την πραγματική κατάσταση ενός Κινέζου υπό τον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό;

Γιατί άραγε η ελευθερία, η ισότητα και η διακιοσύνη δεν είναι καντιανές ιδέες και συνπώς κατ' αρχήν απραγματοποίητες; Οταν έχουμε κατανοήσει περί τίνος πρόκειται από φιλοσοφική άποψη, η απάντηση είναι προφανής και άμεση: Αυτές οι ιδέες δεν μπορούν να είναι "αλλού", "εξωτερικές" από την ιστορία, διότι είναι κοινωνικο-ιστορικά δημιουργήματα. Παραλληλισμός: Η "Τέχνη της φούγκας" του Μπαχ δεν είναι μια εμπειρική και ατελής προσέγγιση της "ιδέας της μουσικής". Είναι μουσική στο βαθμό που οποιοδήποτε πράγμα μπορεί να είναι μουσική. Και η μουσική είναι ένα κοινωνικο-ιστορικό δημιούργημα. Πρόκειται για ένα προσεγγιστικό παραλληλισμό ασφαλώς: Η τέχνη πραγματώνει πράγματι μέσα στο αριστούργημα το έργο από το οποίο δεν λείπει τίποτα και το οποίο κατά κάποιο τρόπο στηρίζεται πάνω στον εαυτό του. Δεν συμβαίνει το ίδιο με την ύπαρξή μας, την ατομική ή τη συλλογική. Αλλά ο παραλληλισμός είναι έγκυρος και το ουσιώδες, δηλαδή η απαίτηση αλήθειας ή δικαιοσύνης, είναι δικό μας δημιούργημα, όπως είναι και η αναγνώριση της απόστασης ανάμεσα στην απαίτηση και σ' αυτό που είμαστε.

Λοιπόν, δεν θα είχαμε καμιά αντίληψη αυτής της διάστασης, θα είμαστε σαν ένα σφουγγάρι, αν δεν είμαστε επίσης ικανοί να απαντήσουμε πράγματι σ' αυτή την απαίτηση, την οποία εμείς οι ίδιοι φέραμε στον κόσμο. Ούτε μπορεί επίσης να τεθεί ζήτημα λογικής θεμελίωσης αυτών των ιδεών και τούτο για τον ίδιο σχεδόν λόγο που δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα λογικής θεμελίωσης της ιδέας της αλήθειας: Είναι κάτι που προϋποτίθεται σε κάθε προσπάθεια θεμελίωσής της. Και το σημαντικότερο: Προϋποτίθεται όχι μόνο η ιδέα της αλήθειας, αλλά και μια στάση απέναντι στην αλήθεια. Οπως δεν θα μπορέσετε αντιμετωπίζοντας ένα σοφιστή, ένα ψεύστη, έναν απατεώνα να τον υποχρεώσετε να αποδεχτεί την αλήθεια (σε κάθε επιχείρημά σας θα απαντά με δέκα νέα σοφίσματα, ψεύδη και απάτες), έτσι δεν θα μπορέσετε να "αποδείξετε" σε ένα ναζί ή σ' ένα σταλινικό το έξοχον της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης. Ο δεσμός ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις μπορεί να φαίνεται εύθραυστος, αλλά είναι στέρεος και τελείως διαφορετικός απ' αυτόν που υποθέτουν οι καντιανο-μαρξιστές που εμφανίζονται τελευταία. Δεν μπορούμε να "συναγάγουμε" το σοσιαλισμό από την απαίτηση της αλήθειας -- ή από την "κατάσταση ιδεώδους επικοινωνίας"(9)-- όχι μόνο διότι αυτοί που καταπολεμούν την ελευθερία και την ισότητα αδιαφορούν τελείως για την αλήθεια ή για την "κατάσταση ιδεώδους επικοινωνίας", αλλά διότι αυτές οι δύο απαιτήσεις, της αλήθειας και της ανοιχτής ερώτησης από τη μια, της ελευθερίας και της ισότητας από την άλλη, πηγαίνουν μαζί, γεννιούνται, δημιουργούνται μαζί και έχουν νόημα τελικά μόνο όταν βρίσκονται μαζί.

Αυτή το νόημα δεν υπάρχει παρά μόνο για μας που ερχόμαστε μετά από την πρώτη δημιουργία αυτής της απαίτησης και θέλουμε να την υψώσουμε σε ένα άλλο επίπεδο. Δεν υπάρχει παρά μόνο στη δική μας παράδοση -- που έχει γίνει σήμερα λίγο πολύ παγκόσμια -- μια παράδοση που δημιούργησε αυτές τα νοήματα, αυτές τις μήτρες σημασιών ταυτόχρονα με τις αντίθετές τους. Από εδώ πηγάζει ολόκληρο το πρόβλημα της σχέσης μας με την παράδοση, ένα πρόβλημα τελείως επιλυμένο σήμερα, παρά τα φαινόμενα. Τη σχέση αυτή με την παράδοση οφείλουμε να την αναδημιουργούμε σχεδόν εξ ολοκλήρου. Στο εσωτερικό της παράδοσης διαλέγουμε, αλλά δεν διαλέγουμε μόνο. Ρωτάμε την παράδοση και αφηνόμαστε στις ερωτήσεις που αυτή μας υποβάλλει, πράγμα που διόλου δεν είναι μια παθητική στάση . Το να επιτρέπεις στην παράδοση να σε ρωτά είναι κάτι το διαμετρικά αντίθετο από το να υφίστασαι αυτή την παράδοση. Διαλέγουμε το δήμο και όχι τους τυράννους ή τους ολίγους. Είμαστε υπέρ των εργατών στις φάμπρικες και ενάντια στο μπολσεβίκικο κόμμα, είμαστε υπέρ του κινεζικού λαού και ενάντια στη γραφειοκρατία του Κ. Κ. Κίνας.

Με ρωτάτε, όμως: Μπορούν αυτές οι σημασίες και οι θεσμοί που είναι οι φορείς τους να επενδυθούν από τους ανθρώπους; Ερώτηση σημαντική και βαθιά, συναφής με αυτή που μου έθεσε, πάνε δυο χρόνια, ο Πωλ Θιμπώ: Μια κοινωνία αγαπά τους θεσμούς της ή τους απεχθάνεται;(10)Τελικά, μπορούν άραγε οι άνδρες και οι γυναίκες να παθιαστούν από τις ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης -- της αυτονομίας; Θα μπορούσε να πει κανείς ότι σήμερα δεν παθιάζονται και τόσο. Αλλά είναι επίσης αναμφισβήτητο ότι συχνά παθιάστηκαν στην ιστορία, σε σημείο που να θυσιαστούν γι' αυτές. Θα ήθελα ωστόσο να επωφεληθώ απ' αυτή τη συζήτηση για να εμβαθύνω κάπως το πρόβλημα.

Εάν η αλήθεια, η ελευθερία και η δικαιοσύνη ήταν αδύνατο να γίνουν αντικείμενο "επένδυσης", δεν θα είχαν εμφανιστεί ή δεν θα είχαν επιζήσει στην ιστορία. Είναι όμως γεγονός ότι ήταν πάντα συνδεδεμένες επίσης και με κάτι άλλο: Με την ιδέα της "καλής ζωής", το "ευ ζειν" του Αριστοτέλη, που δεν εξαντλείται σε αυτές και από αυτές. Για να το πούμε διαφορετικά: Αυτόνομη κοινωνία, κοινωνία που αυτό-θεσμίζεται ρητά -- σύμφωνοι, αλλά προς τι; Για την αυτονομία της κοινωνίας και των ατόμων, ασφαλώς. Διότι θέλω την αυτονομία μου και δεν υπάρχει αυτόνομη ζωή παρά μόνο σε μια αυτόνομη κοινωνία (πρόκειται εδώ για μια πρόταση που διαυγάζεται εύκολα). Αλλά θέλω την αυτονομία μου ταυτόχρονα τόσο για την ίδια όσο και για να την κάνω κάτι. Θέλουμε μια αυτόνομη κοινωνία διότι θέλουμε αυτόνομα άτομα και θέλουμε τους εαυτούς μας σαν αυτόνομα άτομα. Αλλά αν παραμείνουμε απλώς εκεί, κινδυνεύουμε να παρεκτραπούμε προς ένα φορμαλισμό, πραγματικά καντιανού τύπου αυτή τη φορά. Ούτε το άτομο ούτε η κοινωνία μπορούν να ζήσουν καλλιεργώντας απλώς την αυτονομία τους για την αυτονομία. Με άλλα λόγια, υπάρχει το ζήτημα των "κατά περιεχόμενο" αξιών, των "ουσιαστικών" αξιών μιας νέας κοινωνίας -- ή, με άλλα λόγια, ενός καινούργιου πολιτιστικού δημιουργήματος. Δεν εναπόκειται φυσικά σ' εμάς να το λύσουμε, αλλά μερικές σκέψεις πάνω σ' αυτό δεν μου φάινονται άχρηστες.

Εάν μια παραδοσιακή κοινωνία -- ας πούμε, η ιουδαϊκή ή η χριστιανική -- είναι ετερόνομη, δεν θέτει η ίδια τον εαυτό της σαν ετερόνομο για να είναι ετερόνομος. Η ετερονομία της -- που δεν τη σκέφτεται φυσικά σαν τέτοια και πάντως όχι όπως τη σκεφτόμαστε εμείς -- υπάρχει για κάτι άλλο, δεν υφίσταται στο φαντασιακό της κόσμο παρά σαν άποψη της κεντρικής "κατά περιεχόμενο" αξίας και του κεντρικού της φαντασιακού νοήματος, του θεού. Είναι και επιθυμεί να είναι δούλη του θεού μέσω της χάριτος και για την υπηρεσία του οποίου σκέφτεται η ίδια την ύπαρξή της, διότι "καταναλώνει" απεριόριστα αυτό το "εξωτερικό" για την ίδια προβολικό σημείο, που το δημιούργησε ως τη σημασία θεός. Η, όταν η δημοκρατία εμφανίζεται στις ελληνικές πόλεις, οι ιδέες της ελευθερίας και της ισότητας είναι αδιαχώριστες από ένα σύνολο "ουσιαστικών" αξιών, όπως ο καλός καγαθός πολίτης, η φήμη (κύδος και κλέος) και προπαντός η αρετή.

Πιο πρόσφατα, όταν παρατηρούμε τη μακρά ανάδυση και άνοδο της αστικής τάξης στη Δύση, διαπιστώνουμε ότι δεν θέσπισε μόνο ένα νέο οικονομικό και πολιτικό καθεστώς. Πολύ πριν φτάσει στην κυριαρχία της κοινωνίας, η αστική τάξη υπήρξε φορέας μιας τεράστιας πολιτιστικής δημιουργίας. Ας σημειώσουμε εν παρόδω ένα από τα σημεία στα οποία ο Μαρξ μένει, κατά τον πιο παράδοξο τρόπο, τυφλός: Εξυμνεί την αστική τάξη διότι αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις και δεν σταματά ούτε ένα δευτερόλεπτο για να δει ότι ολόκληρος ο πολιτιστικός κόσμος μέσα στον οποίο ο ίδιος ζει, οι ιδέες, οι μέθοδοι σκέψεις, τα μνημεία, οι πίνακες, η μουσική, τα βιβλία, όλα αυτά, με την εξαίρεση μερικών Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων, είναι αποκλειστικά δημιουργήματα της δυτικής αστικής τάξης. Οι κάποιες ενδείξεις που μας δίνει μας ωθούν να σκεφτούμε ότι δεν βλέπει την "κομμουνιστική κοινωνία" παρά σαν εξάπλωση και διεύρυνση αυτού του ίδιου πολιτισμού. Η αστική τάξη -- αυτή η κοινωνία η αυστηρά προσδιορισμένη από την ανάδυση, τη δραστηριότητα και την άνοδο των αστών από το 12ο αιώνα -- δημιούργησε ταυτόχρονα ένα "τρόπο παραγωγής", το κεφάλαιο, τη σύγχρονη επιστήμη, την αντίστιξη στη μουσική, τη ζωγραφική προοπτική, το μυθιστόρημα, το "κοσμικό" θέατρο κλπ. Η προεπαναστατική γαλλική κοινωνία δεν κυοφορούσε μονάχα ένα "νέο τρόπο παραγωγής". Κυοφορούσε, και η έκφραση αυτή είναι ασθενής γιατί η αστική τάξη είχε ήδη ξεγεννήσει, έναν απέραντο πολιτιστικό κόσμο.

Από αυτή την άποψη, πρέπει πιστεύω να συμφωνήσουμε ότι τα πράγματα υπήρξαν και μένουν διαφορετικά εδώ και εκατόν πενήντα χρόνια. Δεν υπάρχει νέος πολιτισμός, δεν υπάρχει πραγματικός λαϊκός πολιτισμός που να αντιτίθεται στον επίσημο πολιτισμό, ο οποίος φαίνεται πως παρασύρει τα πάντα στην ανασύνθεσή του. Συμβαίνουν βέβαια πράγματα, αλλά είναι ισχνά. Υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες που πραγματώνονται ελάχιστα. Η "αντι-κουλτούρα" είναι μονάχα μια λέξη. Για μένα η ερώτηση πάνω σ' αυτό το θέμα είναι τόσο κρίσιμη όσο και αυτή που αφορά τη θέληση και την ικανότητα των ανθρώπων να εγκαθιδρύσουν μια αυτόνομη κοινωνία. Στα βάθος είναι κατά κάποιο τρόπο η ίδια ερώτηση(11).

Παρ' όλα αυτά, αυτό που διαδραματίζεται στη σύγχρονη κοινωνία, ταυτόχρονα "θετικά" και "αρνητικά" -- η αναζήτηση νέων ανθρώπινων σχέσεων, η πρόσκρουση πάνω στο τείχος που αποτελεί το πεπερασμένο του "δια θεσμού κόσμου" -- μου φαίνεται ότι προσφέρει μια βάση σε ό,τι ανέκαθεν σκεφτόμουν για την "αξία" και τον κεντρικό στόχο μιας νέας κοινωνίας. Πρέπει να τελειώνουμε με τις "αλλαγές του κόσμου" και τα εξωτερικά έργα και πρέπει να αντιμετωπίσουμε σαν κύριο σκοπό την ίδια μας τη μεταμόρφωση. Μπορούμε να δούμε μια κοινωνία που δεν θα βάζει σαν στόχο της ούτε την κατασκευή πυραμίδων ούτε τη λατρεία του θεού ούτε την κυριαρχία και την κατάκτηση της φύσης, αλλά το ίδιο το ανθρώπινο ον , που δεν θα ήταν ανθρώπινο αν δεν ήταν κάτι παραπάνω από ανθρώπινο.

Γ.Μ.: Μπορείτε να διευκρινίσετε;

Κ.Κ.: Είμαι πεπεισμένος ότι το ανθρώπινο ον έχει ένα τεράστιο δυναμικό που έχει μείνει ώς τώρα τερατωδώς περιορισμένο. Η κοινωνική κατασκευή του ατόμου σε όλες τις γνωστές κοινωνίες συνίστατο μέχρι τώρα σε μια καταπίεση, περισσότερο από ακρωτηριαστική, της ριζικής φαντασίας της ψυχής μέσω της υποχρεωτικής και βίαιης επιβολής μιας δομής "διάνοιας", που είναι η ίδια αφάνταστα μονόπλευρη και ειδικά προσανατολισμένη. Ωστόσο, δεν υπάρχει σ' αυτό καμιά "ενδογενής αναγκαιότητα", άλλη από το έτσι-είναι των ετερόνομων θεσμών της κοινωνίας.

Στο "Μαρξισμός και επαναστατική θεωρία", μιλούσα για την αυτονομία με την ατομική έννοια, σαν εγκαθίδρυση μιας νέας σχέσης ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο. Αυτή η σχέση δεν είναι η κυριαρχία του συνειδητού πάνω στο ασυνείδητο. Ξαναέπαιρνα τη διατύπωση του Φρόυντ, "οπου είμαι εγώ, αυτό πρέπει να αναδυθεί". Τούτο όμως δεν έχει καμιά σχέση με τις απάτες που άνθισαν έκτοτε: Τις "φιλοσοφίες της επιθυμίας", τη βασιλεία της libido κλπ. Η κοινωνικοποίηση της ψυχής -- και απλώς η ίδια της η επιβίωση -- απαιτεί την εκ μέρους της αναγνώριση και αποδοχή του γεγονότος ότι η επιθυμία στην πραγματική έννοια της λέξης, η πρωταρχική επιθυμία, είναι απραγματοποίητη. Και η παραδοχή αυτή επιτεύχθηκε πάντα στις ετερόνομες κοινωνίες με την επιβολή απαγόρευσης στην παράσταση, με τη δέσμευση της αναπαραστατικής ροής, της ριζικής φαντασίας. Συνοψίζοντας, η κοινωνία εφάρμοσε ανάποδα το ίδιο το σχήμα λειτουργίας του πρωταρχικού ασυνειδήτου: Στην "παντοδυναμία της ασύνειδης σκέψης" απάντησε προσπαθώντας να πραγματοποιήσει την ανικανότητα αυτής της σκέψης, δηλαδή της σκέψης σαν μόνο μέσο περιορισμού των πράξεων. Τούτο πηγαίνει πολύ μακρύτερα από το "αυστηρό και σκληρό υπερ-εγώ" του Φρόυντ. Πραγματοποιήθηκε πάντοτε μέσω ενός ακρωτηριασμού της ριζικής φαντασίας της ψυχής. Είμαι πεπεισμένος ότι απ' αυτή την άποψη πολύ σημαντικές μεταβολές είναι δυνατό να αναβιωθούν και να πραγματοποιηθούν. Υπάρχει, και είναι στο χέρι μας να τη φτάσουμε, απέραντα περισσότερη αυθορμησία και απέραντα περισσότερη διαύγεια απ' όσο μπορούμε να φτάσουμε σήμερα. Και τα δύο όχι μόνο δεν είναι ασυμβίβαστα, αλλά το ένα απαιτεί το άλλο.

Γ.Μ.: Μιλάτε σαν ψυχαναλυτής ή με βάση κοινωνιολογικές και ιστορικές θεωρήσεις;

Κ.Κ.: Και τα δύο. Εξ άλλου είναι αξεδιάλυτα. Αλλά αυτό που βλέπω στην εμπειρία μου σαν αναλυτής με ωθεί όλο και περισσότερο σ' αυτή την κατεύθυνση. Είμαι εξαιρετικά εντυπωσιασμένος όταν βλέπω πόσο λίγο πραγματοποιούμε αυτό που είμαστε. Καθώς επίσης όταν παρατηρώ σε μια ψυχανάλυση που γίνεται πραγματικά τον φυλακισμένο που ξεσφίγγει βαθμηδόν τα δεσμά στα οποία είχε εμπλακεί, για να απελευθερωθεί τελικά απ' αυτά.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Peyrefilte: Γκωλικός υπουργός Παιδείας το Μάιο του '67. Το βιβλίο του για την Κίνα πουλήθηκε σε 700.000 αντίτυπα. Ο συγγραφέας εξηγεί μέσα σ' αυτό ότι ο μαοϊσμός είναι άριστος για τους Κινέζους, οι οποίοι στερούνται δημοκρατικής παραδόσεως, ενώ φυσικά θα ήταν μάλλον κακός για μας.
2. Solers, Kristeva: Παριζιάνοι διανοούμενοι "ακροβάτες" που διατύπωναν για την Κίνα τα ίδια με τον Peyrefilte, αλλά από "επαναστατική" σκοπιά.
3. Ανάκτορο των Ηλυσίων: Κατοικία του προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας.
4. Ecole Normale: Ανώτατη σχολή στη Γαλλία, οι απόφοιτοι της οποίας αποτελούν μια από τις οιονεί κάστες της γαλλικής πνευματικής και πανεπιστημιακής κοινωνίας.
5. Πρβλ: "Sur le contenu du socialisme, III" (1957), "Proletariat et organisation. I" (1957), "Le mouvement revolutionnaire sous le capitalisme moderne" (1960-61), "La question de l' histoire du mouvement ouvrier" (1973), ανατυπωμένα τώρα στο L' experience du mouvement ouvrier, vol. 1 et 2 (ελλ. μετφρ.: Η πείρα του εργατικού κινήματος, τόμοι 1 και 2) και Capitalisme moderne et revolution, vol. 2, ed. 10/18.
6. Πρβλ: "Le mouvement revolutionnaire sous le capitalisme moderne", όπ.
7. Ο άλλοτε εκδοτικός οίκος Grasset, αγορασμένος σήμερα από το μεγάλο τραστ τύπου Hachette, εκδότης των πιο θορυβωδών και των πιο θλιβερών "νέων φιλοσόφων".
8. (Σημείωση Κ.Κ.) Συμπυκνώνω εδώ και σε ό,τι ακολουθεί ιδέες που αναπτύσσω πάνω στην πολιτική σε ένα έργο που βρίσκεται στο στάδιο της συγγραφής. Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης θα βρει περισσότερες πληροφορίες για το θέμα στη νέα εισαγωγή στο Contenu du socialisme, ed. 10/18.
9. "Κατάσταση ιδεώδους επικοινωνίας": Είναι μια αναφορά στον Habermas.
10. "L' exigence revolutionnaire", Esprit, Fevrier 1978.
11. Πρβλ: "Transformation sociale et creation culturelle" στο Le contenu du socialisme, όπ.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 19, 2004

Η κληρονομιά του Πόπερ

από το Θανάση Γιαλκέτση


Συμπληρώθηκαν φέτος δέκα χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου αυστριακού φιλοσόφου Καρλ Πόπερ. Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια συνέντευξη του ιταλού φιλοσόφου Νορμπέρτο Μπόμπιο (1909-2004), που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «L' Unita» στις 18-9-1994, την επαύριο δηλαδή του θανάτου του Πόπερ.

-Καθηγητή Μπόμπιο, ας αρχίσουμε από τον τελευταίο Πόπερ, εκείνον της σκληρής κριτικής ενάντια στην τηλεόραση, την οποία αυτός θεωρούσε στοιχείο που επιβάλλει ομοιομορφία, εξαλείφοντας τις διαφορές, και προτροπή στη βία, που είναι διάχυτη στον σύγχρονο κόσμο. Υπάρχουν σε αυτήν την τοποθέτηση πολλές απόψεις που εσείς συμμερίζεστε ή μήπως κάνω λάθος;
Ο Πόπερ που επικρίνει τις ζημιές που προξενεί η τηλεόραση είναι εκείνος προς τον οποίο αισθάνομαι ιδιαίτερα κοντινός. Εγώ ο ίδιος έχω γράψει γι' αυτό το θέμα μιλώντας για την κακή χρήση της μικρής οθόνης και για τους «ικανοποιημένους σκλάβους», που αρκούνται στην παθητική απόλαυση. Ορισμένοι μάλιστα με κατηγόρησαν ότι είμαι «αντιμοντέρνος». Και ο Πόπερ ωστόσο θεωρούσε -ορθά- ότι σκηνές ανατριχιαστικής βίας σαν αυτές που μεταδίδονται καθημερινά δεν μπορούν παρά να έχουν καταστροφική επίδραση στα άτομα, σε σημείο που να καθιστούν την τηλεόραση καθ' αυτήν ένα «κακό».

-Υπάρχει κάποιος δεσμός ανάμεσα στον «Βιεννέζο» Πόπερ, εκείνον που έζησε την καταστροφική εμπειρία του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, και τον στοχαστή του τέλους του 20ού αιώνα που αγωνιά μπροστά στην παγκόσμια εισβολή της βίας;
Δεν το γνωρίζω. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι στον Πόπερ η βία γίνεται κομβικό ζήτημα ακριβώς εντός της θεωρίας του για τη δημοκρατία. Σύμφωνα με τον Πόπερ, αυτό που διακρίνει τη δημοκρατία από τον δεσποτισμό είναι η δυνατότητα της ειρηνικής αλλαγής. Μιας αλλαγής που συντελείται χωρίς την ανάγκη να κάνουμε επαναστάσεις ή να προσφύγουμε στη βία. Γιατί; Γιατί υπάρχουν καθορισμένοι κανόνες που ρυθμίζουν τον μετασχηματισμό. Το να καλλιεργούμε στους πολίτες τη ροπή προς τη βία θα σήμαινε ότι σκάβουμε τον τάφο της δημοκρατίας.

-Οι δημοκρατικοί κανόνες ως αντίδοτο στη βία. Ο Πόπερ πίστευε ωστόσο και σε ειδικούς κανόνες που χαρακτηρίζουν την επιστημονική σκέψη. Ποια είναι γι' αυτόν η σχέση ανάμεσα σε αυτούς τους δύο τύπους κανόνων;
Υπάρχει μια στενή σχέση ανάμεσα στα δύο επίπεδα. Για τον Πόπερ η επιστήμη είναι μια «ανοιχτή» γνώση, έτσι όπως και η δημοκρατία αντιστοιχεί σε μιαν ανοιχτή κοινωνία. Η μετάβαση «κλείσιμο-άνοιγμα» μας επιτρέπει να διακρίνουμε μιαν αναλογία ανάμεσα σε επιστημονική διαδικασία και δημοκρατική διαδικασία. Ο δεσποτισμός και ο δογματισμός είναι κλειστά συστήματα. Επιστήμη και δημοκρατία αντίθετα είναι «ανοιχτές», επειδή μπορούμε συνεχώς να τις αναθεωρούμε.

-Στην ποπεριανή επιλογή υπέρ του «ανοίγματος» και υπέρ των «κανόνων» υπάρχει και κάποιο ηθικό θεμέλιο; Με άλλα λόγια, οι «κανόνες» είναι και «αξίες»;
Πιστεύω ότι στον Πόπερ υπάρχει αυτή η σχέση. Το ηθικό στοιχείο έγκειται ακριβώς στην αποδοχή του «ορίου», της πιθανότητας του λάθους. Εγκειται δηλαδή στην άρνηση των απόλυτων αξιών προς όφελος της συνεχούς δυνατότητας διόρθωσης.

-Και για τον Πόπερ, επομένως, οι αξίες ήταν μόνον ιστορικοί σχηματισμοί;
Θα έλεγα πως ναι, έστω και αν ο Πόπερ ασκούσε πάντα πολεμική ενάντια στον ιστορικισμό, υποστηρίζοντας ότι στην ιστορική πορεία δεν υπάρχει τίποτα το επιβαλλόμενο από αναγκαιότητα, το υποχρεωτικό. Οι άνθρωποι είναι αυτοί που διαμορφώνουν διαρκώς αυτήν την πορεία. Πιστεύω ωστόσο ότι και για τον Πόπερ, όπως και για τον υποφαινόμενο, οι αξίες και οι προτιμήσεις (ισότητα, δικαιοσύνη, ελευθερία, ευημερία κ.λπ.) δύσκολα μπορούν να αποδειχθούν με επιχειρήματα. Κατά τούτο διαφέρουν από τα επιστημονικά θεωρήματα.

-Ο Πόπερ κατηγορήθηκε ότι προχρονολόγησε υπερβολικά την «κλειστή κοινωνία» και ότι είδε στον Πλάτωνα έναν προφήτη του ολοκληρωτισμού. Εσείς τι λέτε γι' αυτό;
Υπάρχει ένα στοιχείο αλήθειας σε αυτήν τη διάγνωση, αν και ιστοριογραφικά αυτή αντιπροσωπεύει το ασθενές μέρος όσων υποστήριξε ο Πόπερ. Πολύ πιο σημαντικό είναι το δεύτερο μέρος του βιβλίου του «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της», που είναι αναλυτικό-θεωρητικό. Από την άλλη μεριά, το γεγονός ότι παρουσίαζε τον Πλάτωνα και τον Μαρξ ως προδρόμους του σύγχρονου δεσποτισμού εμπόδισε για πολύ καιρό την πρόσληψη ενός βιβλίου που αποτελεί αναμφίβολα ένα κλασικό έργο της σύγχρονης πολιτικής σκέψης. Ενα εμπόδιο ήταν ο σκληρός αντιμαρξισμός του Πόπερ, ο οποίος ωστόσο στη νεότητά του ήταν λίγο φιλομαρξιστής.

-Εσείς είχατε από πολύ νωρίς διαβλέψει ότι στην επιστημολογία του Πόπερ υπάρχει ένα στοιχείο έντονα κριτικό, ελευθεριακό και δημοκρατικό.
Αναμφίβολα υπάρχει. Το κομβικό σημείο είναι η διαρκής δυνατότητα αναθεώρησης μέσω της έρευνας, το διαρκές άνοιγμα των κλεισιμάτων. Μόνον έτσι γίνεται ορατός ο δεσμός ανάμεσα σε επιστήμη και δημοκρατική κοινωνία, ελευθερία και δεσποτισμό, επιστήμη και ψευδο-επιστήμη. Με αυτή την έννοια νομίζω ότι στον Πόπερ ανήκει μια τιμητική θέση στην πινακοθήκη της σύγχρονης δημοκρατικής σκέψης από τον Λοκ ώς τον Ρουσό, από τον Καντ ώς τον Τοκβίλ και τον Μιλ μέχρι τις μέρες μας.

-Ο Πόπερ εντούτοις υπήρξε ένας μετριοπαθής, επιφυλακτικός, συνδεδεμένος με την ιδέα μιας πολύ βαθμιαίας πολιτικής μηχανικής.
Ναι, υπήρξε ένας ρεφορμιστής, όπως εξάλλου είμαι και εγώ. Προσωπικά δεν έχω τίποτα να αντιτάξω στην πολιτική μηχανική του, που απέβλεπε σε βαθμιαίες βελτιώσεις. Ο ρεφορμισμός του ήταν ένας ανοιχτός ρεφορμισμός, που δεν κλεινόταν ποτέ σε βαθύτερες δημοκρατικές εξελίξεις. Γιατί το αληθινό πρόβλημα παραμένει πάντοτε αυτό: ποτέ να μην κλεινόμαστε.


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 19/12/2004

Κυριακή, Νοεμβρίου 28, 2004

Νομάδες τον 21ο αιώνα

από το Θανάση Γιαλκέτση

Ο νομαδισμός είναι μια θεμελιώδης έννοια για να κατανοήσουμε όχι μόνο την ιστορία της ανθρωπότητας αλλά και τη σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα. Αυτό υποστηρίζει ο Ζακ Αταλί στο βιβλίο του «L' homme nomade» («Fayard», 2003). Σύμφωνα με τον γάλλο δημοσιογράφο, ο νομαδισμός υπήρξε μια κινητήρια δύναμη της πρόοδου. Το μεγαλύτερο μέρος των σπουδαίων ανακαλύψεων και ανανεώσεων γεννήθηκαν από τον νομαδισμό: η φωτιά, ο τροχός, τα ρούχα, τα όπλα, η τέχνη, η μουσική, ακόμη και η γεωργία είναι επινοήσεις των νομαδικών λαών.

Η ανανέωση είναι κίνηση και επομένως συνδέεται από τη φύση της με τον νομαδισμό. Με τον νομαδισμό συνδέεται και η καταγωγή του καπιταλισμού, επειδή η αγορά είναι από τη φύση της νομαδική. Οι μόνιμα εγκατεστημένοι λαοί αντίθετα έχουν επινοήσει λίγα πράγματα, όπως είναι για παράδειγμα η αρχιτεκτονική. Η μεγάλη επινόησή τους είναι βέβαια το κράτος. Οι νομάδες δεν έχουν κρατικό μηχανισμό, επειδή δεν διαθέτουν ούτε κεφάλαιο ούτε έδαφος. Οι Μογγόλοι του Τσέγκις Χαν αποτελούσαν μιαν εξαίρεση. Αυτοί είχαν πράγματι επινοήσει ένα είδος νομαδικής κρατικής δομής, που τους επέτρεπε χρησιμοποιώντας το άλογο ως μοναδικό μέσο επικοινωνίας να διευθύνουν ένα στρατό εκατό χιλιάδων ανδρών που μετακινούνταν συνεχώς. Η θεμελίωση ενός κρατικού μηχανισμού υπήρξε ωστόσο ανάγκη των μόνιμα εγκατεστημένων λαών, οι οποίοι έπρεπε να υπερασπίζονται το έδαφος με το οποίο συνδέονταν. Γι' αυτό το σκοπό χρειάζονταν ένα σταθερό στρατό και αμυντικά έργα, για τη χρηματοδότηση των οποίων έπρεπε να επιβάλλουν φόρους και να οργανώσουν την είσπραξή τους. Ετσι, γεννιέται το κράτος, ένας αμυντικός θεσμός που θέλει να ελέγχει όλα όσα γίνονται στα εδάφη του.

Οι νομάδες ξεφεύγουν από αυτόν τον έλεγχο και γι' αυτό τους παρουσιάζουν συνήθως σαν βάρβαρους και επικίνδυνους. Η δυσπιστία απέναντί τους γεννιέται κυρίως από τον φόβο του ξένου, που συχνά μετατρέπεται σε μίσος. Ο νομάδας είναι η κατ' εξοχήν μορφή του ξένου, επειδή δεν έρχεται από κάποιον καθορισμένο τόπο, δεν έχει κατοικία και είναι παντού ξένος. Οι μόνιμα εγκατεστημένοι τούς φοβούνται αλλά ταυτόχρονα τους χρειάζονται, επειδή οι νομάδες διακινούν εμπορεύματα και πληροφορίες.

Ο Αταλί υποστηρίζει ότι σήμερα παρακολουθούμε μια νέα σημαντική διάδοση του νομαδισμού. Εκτός από τους διάφορους νομαδικούς πληθυσμούς που συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να επιβιώνουν στον πλανήτη, το καινούριο στοιχείο είναι το ότι ένας όλο και αυξανόμενος αριθμός προσώπων, για διάφορους λόγους, ζει μια νομαδική ζωή. Υπάρχουν για παράδειγμα οι νέοι πλούσιοι νομάδες -ο Αταλί υπολογίζει ότι είναι γύρω στα 50 εκατομμύρια άνθρωποι- οι οποίοι ταξιδεύουν παντού στον πλανήτη, κουβαλώντας μαζί τους κινητά τηλέφωνα, πιστωτικές κάρτες και φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Στο αντίθετο άκρο, δύο ή τρία δισεκατομμύρια άνθρωποι κινούνται συνεχώς προσπαθώντας να επιβιώσουν. Πολλοί από αυτούς κάνουν πολύ μεγάλα ταξίδια, όπως δείχνει το παράδειγμα των μεταναστών που έρχονται στην Ευρώπη από πολύ μακρινές χώρες. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα υπάρχει έπειτα μια πολύ μεγάλη κατηγορία προσώπων, τα οποία μολονότι έχουν μια μόνιμη εγκατάσταση ζουν όλες τις μορφές του εικονικού νομαδισμού μέσα από την τηλεόραση, τα βιντεοπαιχνίδια, τις νέες τεχνολογίες. Δεν πρέπει εξάλλου να ξεχνάμε ότι η παγκοσμιοποίηση ωθεί προς νέες μορφές οικονομικού νομαδισμού. Ολα κινούνται. Κινούνται τα κεφάλαια αλλά και η εργασία. Σήμερα διακόσια εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε μια χώρα διαφορετική από εκείνη όπου γεννήθηκαν. Σε τριάντα χρόνια υπολογίζεται ότι ο αριθμός τους θα φτάσει το ένα δισεκατομμύριο. Η παγκοσμιοποίηση ευνοεί την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων και των εμπορευμάτων αλλά όχι και εκείνη των εργαζομένων. Αυτή η αντίφαση δεν είναι δυνατόν να διαρκέσει για πολύ.

Ο Αταλί επισημαίνει τις διαφορές ανάμεσα στον παλιό και τον νέο νομαδισμό. Η κυριότερη διαφορά είναι ότι οι νομάδες του παρελθόντος ήσαν ολόκληροι λαοί, που είχαν μιαν αντίληψη για τη ζωή βασισμένη στην περιπλάνηση, την ελευθερία και την αλληλεγγύη. Ο δικός τους νομαδισμός ήταν συλλογικός.

Σήμερα επικρατεί μια μορφή ατομικού και μοναχικού νομαδισμού, είτε πρόκειται για τον νομαδισμό των πλουσίων είτε για εκείνο των απόκληρων. Ο Αταλί προβλέπει ότι στο μέλλον το ταξίδι θα γίνει αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής, μετασχηματίζοντας την ύπαρξή μας και το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζούμε. Οι πόλεις, για παράδειγμα, θα μοιάζουν με μεγάλα ξενοδοχεία με τα οποία θα αισθανόμαστε όλο και λιγότερο συνδεδεμένοι. Στο παρελθόν ένα πρόσωπο χωρίς διεύθυνση κατοικίας θεωρείτο περιθωριακό. Δεν είχε νομική ύπαρξη και κατέληγε να αποκλείεται από τον κόσμο της εργασίας. Σήμερα χάρη στις νέες τεχνολογίες, με την ηλεκτρονική διεύθυνση και τα κινητά τηλέφωνα, η κατάσταση έχει αλλάξει. Γίνεται δυνατό ένα πρόσωπο να ενσωματώνεται ενεργητικά στην κοινωνία χωρίς να έχει κατ' ανάγκη έναν ορισμένο τόπο διαμονής. Η προσωπική ύπαρξη αναγνωρίζεται ανεξάρτητα από το ρίζωμά της σε έναν τόπο.

Η δημοκρατία και η αγορά ευνοούν την κινητικότητα. Ταυτόχρονα, ωστόσο, γεννούν αστάθεια και ανασφάλεια, οι οποίες με τη σειρά τους τροφοδοτούν αντιστάσεις στον νέο νομαδισμό. Ο Αταλί διατυπώνει την ευχή ο πολιτισμός του μέλλοντος να επιτρέπει στους ανθρώπους να είναι ταυτόχρονα νομάδες και μόνιμα εγκατεστημένοι. Αυτή θα ήταν μια μορφή πληρότητας της ανθρώπινης εμπειρίας. Οι νέες τεχνολογίες, άλλωστε, μας επιτρέπουν ήδη να μετακινούμαστε και να ταξιδεύουμε χωρίς να βγαίνουμε από το σπίτι μας.


7 - 28/11/2004

Κυριακή, Ιουνίου 06, 2004

Πρόοδος και καταστροφή

από το Θανάση Γιαλκέτση
Πολ Βιριλιό: «Η πρόοδος συνεπάγεται εξ ορισμού την αποδοχή ενός κινδύνου. Σήμερα, όμως, ορισμένοι κίνδυνοι δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί»

Εδώ και πολλά χρόνια, ο γάλλος φιλόσοφος και πολεοδόμος Πολ Βιριλιό καλεί σε επαγρύπνηση ενάντια στους μύθους και τις υπερβολές του τεχνολογικού οπτιμισμού και αποκαλύπτει τα όρια και τους κινδύνους της ανεξέλεγκτης τεχνικής «προόδου». Στα θέματα αυτά αναφέρεται και το βιβλίο του «Αυτό που έρχεται», που κυκλοφόρησε πρόσφατα στη γλώσσα μας (εκδ. «Νησίδες»). Η συνέντευξη που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «L' Espresso».

- Με τα βιβλία σας προαναγγέλλετε ατυχήματα και καταστροφές...

«Η επιστημονικο-τεχνική πρόοδος δημιουργεί αναπόφευκτα τις προϋποθέσεις του ατυχήματος, μόνο που οι άνθρωποι δεν το αντιλαμβάνονται. Κάθε φορά, μόλις περάσει ο φόβος, το ξεχνούν. Το ανησυχητικό είναι ότι η συχνότητα, η ένταση και οι συνέπειες αυτών των ατυχημάτων αυξάνονται συνεχώς. Αυτό που πριν ήταν εξαίρεση, έχει ήδη γίνει ένα σχεδόν φυσιολογικό φαινόμενο».

- Πώς το εξηγείτε;

«Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σύστημα που ξεφεύγει από τα χέρια μας και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα της επιστημονικο-τεχνικής προόδου. Οπως έχει πει η Χάνα Αρεντ, η πρόοδος και η καταστροφή είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η ταχύτητα των τεχνολογικών ανανεώσεων στο πεδίο των μεταφορών, της ενέργειας και της πληροφόρησης έχουν ευνοήσει πάρα πολύ την ανάπτυξη, αλλά έχουν πολλαπλασιάσει και τους κινδύνους του ατυχήματος. Δεν πρόκειται, όμως, για κάτι καινούριο, δεδομένου ότι κάθε νέα τεχνολογία δημιουργεί πάντα τις προϋποθέσεις του ειδικού της ατυχήματος. Η επινόηση του πλοίου παρήγαγε το ναυάγιο, η επινόηση του αεροπλάνου το αεροπορικό ατύχημα, η ηλεκτρική ενέργεια κατέστησε δυνατό το μπλακάουτ, ενώ η πυρηνική ενέργεια εμπεριείχε την καταστροφή του Τσέρνομπιλ. Αντί να υπερηφανευόμαστε για την ξέφρενη πορεία της ανάπτυξής μας, θα έπρεπε να ανησυχούμε για τους όλο και μεγαλύτερους κινδύνους που θα συναντήσουμε».

- Οσο περισσότερο περίπλοκη είναι η κοινωνία τόσο περισσότερο τρωτή γίνεται;

«Σίγουρα. Στην αλυσίδα της προόδου αντιστοιχεί η αλυσίδα της καταστροφής. Οι δυο τους συμβαδίζουν. Σήμερα ζούμε στη "δρομόσφαιρα", στη σφαίρα της επιτάχυνσης των μεταφορών και των μεταδόσεων, όπου η ταχύτητα και η αλληλοσύνδεση μεταξύ των συστημάτων πολλαπλασιάζουν τους κινδύνους και ευνοούν την απώλεια ελέγχου. Από το λιγότερο ή περισσότερο σοβαρό τοπικό ατύχημα -το ναυάγιο του Τιτανικού ή την έκρηξη του Τσέρνομπιλ- έχουμε περάσει στο ολικό και γενικευμένο ατύχημα, εκείνο που πολλαπλασιάζεται και διαδίδεται από μόνο του, παράγοντας άλλα ατυχήματα κατά μήκος μιας αλυσίδας απρόβλεπτων συνεπειών. Με δυο λόγια, η κοινωνία που κυριαρχείται από το κέρδος έχει εκβιομηχανίσει την παραγωγή, αλλά ταυτόχρονα έχει εκβιομηχανίσει και την καταστροφή».

- Μπροστά στο ατύχημα υπάρχουν πάντα και εκείνοι που επικαλούνται το ανθρώπινο λάθος, υποστηρίζοντας έτσι ότι οι τεχνολογίες είναι καλές. Τι λέτε γι' αυτό;

«Δεν έχει πλέον νόημα να διακρίνουμε μεταξύ ανθρώπινης ευθύνης και παρέκκλισης για την οποία ευθύνεται η ίδια η τεχνική. Η πρόοδος της τεχνοεπιστήμης δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα λάθη που θέτουν υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα και την ασφάλειά της. Η επιστήμη σήμερα έχει γίνει εργαλείο του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος, που έχει ωθήσει την εσωτερική της λογική ώς τις πιο ακραίες συνέπειες. Το σύστημα έχει γίνει τόσο ισχυρό ώστε παράγει από μόνο του την καταστροφή του, εκρήγνυται, διαλύεται. Οι άνθρωποι, που μερικές φορές γίνονται άθελά τους η έσχατη αιτία της καταστροφής, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Το μοναδικό πράγμα που μπορούν να κάνουν είναι να αντιληφθούν αυτήν την παρέκκλιση και να προσπαθήσουν να αντιστρέψουν την πορεία μιας τυφλής και παραληρηματικής προόδου».

- Στον επιστημονικό κόσμο δεν είναι πολλοί αυτοί που συμμερίζονται την άποψή σας.

«Είναι αλήθεια, σήμερα κυριαρχεί μια ιδεολογία του απόλυτου καλού των τεχνολογιών, μια ιδεολογία που φαντάζεται τη σωτηρία μέσα από την τεχνική. Είναι αυτό που εγώ αποκαλώ τεχνικό φονταμενταλισμό, που, όπως και ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, έχει την αξίωση να υποκαταστήσει τον άνθρωπο, για να τον σώσει από το κακό. Οπως όλοι οι φονταμενταλισμοί, έτσι και αυτός αρνείται την αμφιβολία και αποφεύγει να αναγνωρίσει τους κινδύνους που κυοφορεί. Ο άνθρωπος, όμως, θα έπρεπε να έχει το θάρρος να κοιτάζει κατά πρόσωπο τη Μέδουσα της προόδου, επειδή μόνον έτσι μπορεί να προσπαθήσει να αποφύγει την καταστροφή που μας απειλεί».

- Με ποιον τρόπο;

«Το ζητούμενο σίγουρα δεν είναι να ταχθούμε κατά της προόδου, αλλά μόνο να αντιληφθούμε τα όριά της και τους κινδύνους της. Δυστυχώς η επιστήμη είναι πάντοτε τραγική, αλλά αυτό είναι ένα δεδομένο που εμείς πάντοτε παραγνωρίζαμε, πληρώνοντας έπειτα τις συνέπειες. Το ολικό ατύχημα αποτελεί ήδη μέρος του ορίζοντα των προσδοκιών μας. Ιδού γιατί οφείλουμε να αναρωτηθούμε μέχρι ποιο σημείο είμαστε διατεθειμένοι να φτάσουμε. Η πρόοδος συνεπάγεται εξ ορισμού την αποδοχή ενός κινδύνου. Σήμερα όμως ορισμένοι κίνδυνοι δεν μπορούν να γίνουν πλέον αποδεκτοί. Χρειάζεται να σταματήσουμε, να απορρίψουμε ορισμένα σχέδια στο όνομα της αρχής της ευθύνης. Και πρέπει να έχουμε το θάρρος να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα του πεπερασμένου της τεχνικής και της επιστήμης σε σχέση με τα όρια του πλανήτη μας. Η γη και οι πόροι της είναι «πεπερασμένοι», με την έννοια ότι έχουν όρια, συνεπώς η πρόοδος και το κέρδος δεν μπορούν να είναι απεριόριστα. Οφείλουμε να θέσουμε υπό αμφισβήτηση την κυρίαρχη τεχνολογική ευφορία. Μόνον έτσι ίσως μπορέσουμε να σωθούμε».


7 - 27/06/2004

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 13, 2004

Στον αστερισμό του μεταφορντισμού


ΑΚΗΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ



Μολονότι είναι νωρίς, θα αποτολμήσω μία πρόβλεψη: η διαδοχή
του Σημίτη από τον Γιώργο Παπανδρέου είναι ένα από τα σημαντικότερα
γεγονoτα της πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας μετά το 1974.
Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι φυσικά αυθαίρετος, αλλά όχι περισσότερο
απ’ ό,τι οποιαδήποτε περιοδολόγηση.
Με αυτόν πάντως δεν αναφέρομαι στο αν η εξέλιξη αυτή είναι ευχάριστη
ή δυσάρεστη, αλλά μόνο στη σημασία της, όπως λέει και η λέξη.
Η σημασία λοιπόν αυτή έγκειται στο ότι αποτελεί την πρώτη συγκροτημένη
προσπάθεια του πολιτικού προσωπικού του ελληνικού αστικού κράτους να
προσαρμοστεί στο μεταφορντισμό.
Δεν πρόκειται λοιπόν καθόλου για μια αλλαγή «επικοινωνιακή και όχι
πολιτική», για «νέα σελίδα σε παλιό βιβλίο»(1) , όπως βιάστηκαν να
ισχυριστούν μερικοί/-ές. Ο Παπανδρέου συνιστά μια αλλαγή επικοινωνιακή
και γι' αυτό πολιτική. Η κατεξοχήν πολιτική σήμερα είναι η επικοινωνία. Όποιος
λέει ότι η αθλητική φόρμα, το λαπ τοπ και το Ίντερνετ είναι «επιφανειακά»
πράγματα τα οποία έχουν στόχο να «αποσπάσουν το λαό» από τα «πραγματικά
προβλήματα», βασίζεται στην εργαλειακή αντίληψη της ιδεολογίας ως απάτης
και σε μία αφελή μεταφυσική ουσίας-φαινομένου. Δεν υπάρχει μία «ψευδής»
και μία «γνήσια» πολιτική, ένα «επιφαινόμενο» και μία «λανθάνουσα ουσία»
της πολιτικής κρυμμένη κάπου στο βάθος. Η μόνη «ουσία», ή μάλλον η εργασία
της πολιτικής, η λειτουργία και το διακύβευμά της, είναι η οργάνωση της
συναίνεσης και η ενσωμάτωση των λαϊκών μαζών στη διαδικασία καπιταλιστικής
αξιοποίησης. Και για την εκπλήρωση της λειτουργίας αυτής ο Παπανδρέου
προτείνει μία νέα στρατηγική.

Τα νέα δεδομένα
Αν κοιτάξουμε τα πρώτα δείγματα του λόγου του Γ. Παπανδρέου (ή των
συμβούλων του, λίγη σημασία έχει), θα διαπιστώσουμε ότι δεν είναι καθόλου
απολίτικος(2) , αλλά αντίθετα είναι ο λόγος κάποιου που έχει καταλάβει πολύ
καλά δυο-τρία πράγματα από τη νέα φάση στην οποία έχει ήδη μπει ο παγκόσμιος
καπιταλισμός και οι αντιστάσεις σε αυτόν.
Τι έχει καταλάβει;
• Την κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, των κομμάτων πρωτοπορί
ας και των κομμάτων γενικά.
Οι εκλογές και το κομματικό σύστημα στη νέα εποχή παύουν πλέον να είναι το
ύψιστο και το κομβικό σημείο παραγωγής πολιτικής, όπως δείχνουν οι αγώνες
και αντιστάσεις των μαζών τα τελευταία ένα-δύο χρόνια σε μια σειρά από χώρες,
πολύ διαφορετικές μεταξύ τους (Αργεντινή, βόρεια Κύπρος, Σερβία, Βολιβία,
Γεωργία).
• Τη σημασία της γνώσης/πληροφορίας και της επικοινωνίας για τις σύγχρον
ες παραγωγικές, μορφωτικές και πολιτικές διαδικασίες. Οι διαδικασίες εξάλλου
αυτές, ακριβώς λόγω του ρόλου της πληροφορίας, αρχίζουν να μην είναι τόσο
στεγανά διαχωρισμένες μεταξύ τους όσο ήτανε στον φορντικό-κεϋνσιανό
καπιταλισμό (3) .
• Το γεγονoς oτι, εν όψει των ανωτέρω εξελίξεων, αποκτούν αύξοντα ρόλ
ο οι οριζόντιες και ανοικτές δομές δικτύωσης, εις βάρος των κάθετων και κλειστών
δομών εντολής και αντιπροσώπευσης.
Οι αναφορές του Παπανδρέου στο «αποκεντρωμένο κόμμα» και τη συμμετοχική
δημοκρατία, στη σύνδεση παιδείας-εργασίας, στις ΜΚΟ, στην ένταξη των μεταναστών,
στον Αμάρτυα Σεν κ.λπ. αποτελούν ακριβώς προσπάθεια προσαρμογής και ανταπόκρισης
στις νέες συνθήκες. Πρόκειται λοιπόν για ένα μετασχηματισμό με ουσιαστικές
συνέπειες και όχι (μόνο) για εκλογικίστικο τέχνασμα ή για «υποκριτικό λαϊκισμό».

Εμείς τι κάνουμε;
Απέναντι στην εξέλιξη αυτή, η αριστερά, αν κρίνουμε τουλάχιστον από τις πρώτες
της αντιδράσεις, έδειξε κάπως αμήχανη. Ενστικτωδώς, η πρώτη μας αντίδραση
πήγασε από μία παλιά και εδραιωμένη συνήθεια που συνόδευσε τα αριστερά κόμματα
καθ’ όλο τον 20ό αιώνα: ότι το να κάνεις πολιτική σημαίνει πρωτίστως να έχεις
παράπονα, να ψέγεις, να έρχεσαι σε αντίθεση με κάποιον άλλο –και ιδίως αυτόν που
έχει ή διεκδικεί την εξουσία. Έτσι, αρχίσαμε να ψάχνουμε στα λεγόμενα του
Παπανδρέου –ή και, ενίοτε, σε αυτά που υποθέτουμε ότι σίγουρα θα σκέφτεται από
μέσα του έστω και αν δεν τα λέει- για να δούμε πώς μπορούμε να τα απαξιώσουμε και
τι επικρίσεις μπορούμε να τους προσάψουμε.
Υφολογικά, η αντίδραση αυτή βασίζεται στο πρότυπο του εισαγγελέα.
Επί της ουσίας, το πολιτικό σκεπτικό της (όποτε υπήρχε) δεν φαίνεται να ξεπερνάει το
επίπεδο μιας νοσταλγίας του κεϋνσιανισμού. Είναι δηλαδή σαν να λέμε: «μη μας βάζετε
καινούρια, προτιμάμε τα παλιά δεινά επειδή τουλάχιστον τα ξέρουμε» (4) .
Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ανανεωτική αριστερά στην Ελλάδα, μολονότι συμμετέχει με
ενθουσιασμό στο κίνημα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, φαίνεται
δύσπιστη, αν όχι και ευθέως εχθρική σε μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες επεξεργασίες
που αναπτύσσονται στους κόλπους του. Ενώ, κατά παράδοξο τρόπο, η αναδυόμενη
ηγετική μερίδα του σοσιαλ-φιλελευθερισμού δείχνει να αξιοποιεί καλύτερα τα διδάγματα
από τον τελευταίο κύκλο αγώνων και αντιστάσεων.
Ίσως αυτό να μην είναι και τόσο παράδοξο. Αποτελεί παλαιό «αξίωμα» του ιταλικού
εργατισμού ότι «η αντίσταση έρχεται πρώτα», ότι οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού
οφείλονται (και) στους αγώνες των μαζών, στη συλλογική επινοητικότητά τους.
Παλιότερα λέγαμε ότι ο καπιταλισμός έχει τη δύναμη να «διαστρεβλώνει» και να
«ενσωματώνει τα λαϊκά αιτήματα». Δεν πρόκειται όμως ούτε καν γι’ αυτό: κατά το πρότυπο
των ανατολικών πολεμικών τεχνών, η καπιταλιστική εξουσία χρησιμοποιεί τη δύναμη
του αντιπάλου, δηλαδή της ζωντανής εργασίας και των αντιστάσεών της, στηρίζεται σε
αυτή, την έχει ως προϋπόθεση –περίπου όπως ο σέρφερ καβαλάει πάνω στο κύμα και
πηγαίνει μπροστά με μια ταχύτητα και με μία δύναμη η οποία δεν είναι η δική του, αλλά
του κύματος.
Η αριστερά δεν δείχνει να το καταλαβαίνει αυτό και νομίζει ότι το καθήκον της είναι να
πάει κόντρα σε αυτή την κίνηση του σέρφερ, να τον γυρίσει προς τα πίσω.
Στην πραγματικότητα πρέπει να κάνουμε το ακριβώς αντίθετο: να σπρώξουμε ακόμα
περισσότερο, να επιταχύνουμε τόσο ώστε να μην μπορεί να ακολουθήσει ο σέρφερ, να
τον πετάξουμε και να υπάρχουμε μόνοι μας ως κύμα χωρίς κανέναν να μας καβαλάει.
Αλλιώς, κινδυνεύουμε να καταγραφούμε ως συντηρητική-αμυντική δύναμη και παραχωρούμε
στον αντίπαλο την αίγλη του ριζοσπάστη, αυτού που φέρνει το καινούριο.
Η αριστερά, εκ πρώτης όψεως και βραχυπρόθεσμα, φαίνεται να βρίσκεται υπό (εκλογική)
πίεση εξαιτίας των κινήσεων αυτών. Υποστηρίζω όμως ότι, την ίδια στιγμή, το νέο τοπίο
παρουσιάζει ενδιαφέρουσες δυνατότητες για μας. Στο κάτω κάτω, η αριστερά –και ιδίως
η δική μας αριστερά- ήταν αυτή που παρακολούθησε από κοντά και από την πρώτη στιγμή
τις διεργασίες των Φόρουμ και των νέων κινημάτων. Δεν έχει λοιπόν παρά να αντλήσει τα
απαιτούμενα συμπεράσματα από τη συμμετοχή της αυτή και να τα ενσωματώσει στην πολιτική
της κατά επιθετικό τρόπο, όπως κάνει ήδη ο Παπανδρέου για τον αστισμό. Ίσως έτσι
καταφέρουμε κάποτε να ξαναεπινοήσουμε έναν κομμουνισμό για τον 21ο αιώνα.

Πιο πρακτικά …
Τα ανωτέρω μπορεί να ακούγονται κάπως αφηρημένα –και ίσως είναι πράγματι. Δεν είναι
υπόθεση ενός άρθρου να υποδείξει τι πρέπει να περιλαμβάνει ένα εκλογικό πρόγραμμα.
Ενδεικτικά, όμως, για να γίνω κάπως πιο συγκεκριμένος, σκέφτομαι ότι η ριζοσπαστική αριστερά,
στις προσεχείς εκλογές ή/και μετά απ’ αυτές, θα μπορούσε να μιλήσει για μερικά από τα θέματα
που έχει αναδείξει παγκόσμια το «κίνημα των κινημάτων» και να προσπαθήσει να τα διαμορφώσει
σε πολιτικές προτάσεις-αιτήματα, να τα εισαγάγει στην πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα. Και,
πάνω απ’ όλα, το βασικό θέμα της αμφισβήτησης της διανοητικής ιδιοκτησίας στις διάφορες
μορφές της.
Για παράδειγμα: θα μπορούσαμε να ζητήσουμε

- Δωρεάν Ίντερνετ καφέ, υπολογιστές (και εκπαίδευση σε αυτούς) σε όλα τα σχολεί
α, εγκατάσταση του Linux σε όλη τη δημόσια διοίκηση σε αντικατάσταση των πακέτων της
Μάικροσοφτ, υποστήριξη του ελεύθερου εις βάρος του εμπορευματικού λογισμικού σε όλη
την Ελλάδα και στα διεθνή φόρα.
- Ελεύθερη διάθεση των γενόσημων φαρμάκων, όπως αυτά που κατασκεύασαν η Ινδί
α, η Βραζιλία, η Νότια Αφρική κ.λπ. χωρίς την πατέντα των φαρμακευτικών πολυεθνικών και
τελικά τα διέθεσαν παρά το κυνήγι του ΠΟΕ.
- Καμπάνια με τίτλο «Η πειρατεία απελευθερώνει τη μουσική, η κουλτούρα είναι δωρεά
ν, η μουσική είναι δικαίωμα και όχι εμπόρευμα». Πολιτική και νομική στήριξη στους Νιγηριανούς
που πουλάνε πειρατικά CD (αυτό έχει και αντιρατσιστική χροιά), ανεμπόδιστη χρήση και ανταλλαγή
mp3, καμία δίωξη για αντιγραφή λογισμικού και έργων τέχνης. Πρόκειται ούτως ή άλλως για μια
πρακτική που ακολουθείται ευρέως από χιλιάδες χρήστες, ιδίως νέους/-ες, υπό συνθήκες
ημιπαρανομίας. Νομίζω ότι θα ήταν χρήσιμο να βγούμε και να πούμε δημοσίως ότι η πρακτική
αυτή δεν έχει τίποτε το μεμπτό. Όχι μόνο δεν έχει τίποτε το μεμπτό, αλλά είναι και κάτι που το
επικροτούμε και το διεκδικούμε πολιτικά ως αυθόρμητη πρακτική αμφισβήτησης της ιδιοκτησίας,
δηλαδή εκδήλωση της υλικής τάσης του κομμουνισμού –εφόσον βασίζεται στη γενναιοδωρία,
στο μοίρασμα και στην υπέρβαση της εμπορευματικής σχέσης και της μεσολάβησης του χρήματος.
Τα παραπάνω είναι απλώς παραδείγματα. Άλλοι μπορούν να σκεφτούν και άλλα. Σε στρατηγικό
επίπεδο, αυτό που κυρίως ήθελα να πω είναι ότι, σε σύγκριση με μία φραστική και, τελικά,
ηθικολογική καταγγελία του «υποκριτικού» και «απατηλού» χαρακτήρα των ανοιγμάτων του
Γ. Παπανδρέου στη νεολαία, πολύ πιο αποτελεσματική θα ήταν η έμπρακτη κριτική των
ανοιγμάτων αυτών. Αντί να τοποθετούμαστε (αρνητικά) στα ζητήματα που αυτός θέτει στην
ημερήσια διάταξη, να προσπαθήσουμε, επιθετικά, να μεταφέρουμε το παιχνίδι σε ένα έδαφος
πιο ευνοϊκό για μας, σε ένα έδαφος όπου αυτός δεν είναι σε θέση να μας ακολουθήσει.
Αντί να λέμε το αντίθετο απ’ αυτό που λέει αυτός, ας πούμε με θετικό τρόπο κάτι δικό μας.
Αντί να μείνουμε στην αμυντική/συντηρητική λογική τού «τίποτα δεν άλλαξε», ας
συνειδητοποιήσουμε ότι σχεδόν τα πάντα άλλαξαν ή πρόκειται να αλλάξουν σύντομα στον τρόπο
με τον οποίο ασκείται η πολιτική, και ότι στην αλλαγή συμβάλαμε κι εμείς. Ας προσπαθήσουμε να
αλλάξουν περισσότερο και ριζικότερα!

(1)Χαρακτηρισμός του Παντελή Μπουκάλα από σημείωμά του στην «Καθημερινή».

(2)Όπως υποστηρίζει το πρωτοσέλιδο της «Εποχής», 11.1.2004.

(3)Για μια ανάπτυξη του σημείου αυτού βλ. ενδεικτικά Maurizio Lazzarato, Brian Holmes και
Christophe d'Hallivilee, «Όχι στην πολιτιστική εξαίρεση και τα πνευματικά δικαιώματα», http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=183189

(4)Το πνεύμα αυτό δυστυχώς χαρακτηρίζει όλο και πιο έντονα την παρέμβαση της ανανεωτικής
αριστεράς στο σύνολό της, τόσο στο πρακτικό όσο και στο θεωρητικό επίπεδο• η τάση δηλαδή να
λέμε «τα πράγματα μένουν ίδια, δεν υπάρχει καμία μεταβολή στην κοινωνία, όλοι οι σχετικοί
ισχυρισμοί είναι μύθοι». Για ένα πρόσφατο παράδειγμα από πολλά δυνατά, βλέπε Θανάσης Αλεξίου,
«Ο μύθος του κοινωνικού μισθού», Πολίτης τ. 117 (Δεκέμβριος 2003), σ. 12: «Η αντίληψη πως
η εργασία μειώνεται, σε συνάρτηση με την αντιμετώπιση της εργασίας όχι ως ανθρωπολογικής
κατηγορίας, δηλαδή ως στοιχείου που δημιουργεί την κοινωνία, αλλά ως μιας δραστηριότητας,
δίπλα σε άλλες (επικοινωνιακή, γλωσσική κ.λπ.) σημαίνει ουσιαστικά και παραίτηση από το εγχείρημα
αλλαγής του τρόπου οργάνωσης της εργασίας, με την έννοια του ελέγχου της παραγωγής από την
κοινωνία» (η υπογράμμιση δική μου). Η πρόταση αυτή είναι σαν να λέει το εξής παράδοξο: «επειδή
εγώ θέλω να μετασχηματίσω την εργασία, αρνούμαι να δεχθώ ότι η εργασία έχει υποστεί
μετασχηματισμούς». Με άλλα λόγια: «εύχομαι να μην έχει αλλάξει η πραγματικότητα επειδή θέλω
να την αλλάξω εγώ».



Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» 13.2.2004

Κυριακή, Ιανουαρίου 11, 2004

Η προϊστορία της παγκοσμιοποίησης

από το Θανάση Γιαλκέτση
Η Σούζαν Μπέρτζερ είναι καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) στις ΗΠΑ. Η συνέντευξη που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Esprit» με αφορμή τη γαλλική έκδοση του βιβλίου της «Notre premiere mondialisation» (Seuil 2003).

- Στο βιβλίο σας -μια μελέτη που μας θυμίζει ότι πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο οι βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες είχαν ήδη γνωρίσει μια φάση έντονων οικονομικών συναλλαγών- αναλύετε τις διαφορές ανάμεσα σε κείνη την περίοδο και την τωρινή, αλλά και επιμένετε στις πολιτικές σκέψεις που υποκίνησε η παγκοσμιοποίηση ιδιαίτερα στο σοσιαλιστικό ρεύμα. Η πρώτη παγκοσμιοποίηση (1870-1914) αντιστοιχεί σε μια περίοδο όπου οι ευρωπαϊκές χώρες σημαδεύονταν από την αποικιοκρατική τους ιδεολογία. Ενα τμήμα της αριστεράς ασκεί σήμερα κριτική στην παγκοσμιοποίηση σαν μια μορφή νεοαποικιοκρατίας. Μπορεί η αριστερά να βρει στην προπολεμική παράδοση έναν άλλο τρόπο για να τοποθετείται απέναντι στις χώρες του Νότου;

- Στην εποχή της πρώτης παγκοσμιοποίησης τα κόμματα της αριστεράς και τα συνδικάτα τάσσονταν κατά της αποικιοκρατίας. Είναι γνωστές οι σπουδαίες ομιλίες του Ζαν Ζορές εναντίον των γαλλικών επεμβάσεων στο Μαρόκο και αλλού. Αλλά οι σοσιαλιστές έκαναν σαφή διάκριση ανάμεσα στις καταστάσεις όπου είχαμε να κάνουμε με ιμπεριαλιστικό επεκτατισμό της Γαλλίας και άλλων χωρών και στις πολύ διαφορετικές περιπτώσεις εξαγωγών κεφαλαίων, για παράδειγμα στη Ρωσία. Για τους σοσιαλιστές οι εξαγωγές κεφαλαίων προς χώρες όπως η Ρωσία σηματοδοτούσαν το άνοιγμα της διεθνούς οικονομίας.

Αυτό το άνοιγμα προσέφερε τη δυνατότητα σε πληθυσμούς έξω από τα σύνορά μας να επωφεληθούν από μιαν ανάπτυξη και από μιαν επέκταση της βιομηχανικής οικονομίας, που μέχρι τότε ευνοούσαν μόνον ένα περιορισμένο αριθμό χωρών. Οι σοσιαλιστές και τα συνδικάτα έβλεπαν επομένως το άνοιγμα των συνόρων σαν μια όψη της διεθνούς αλληλεγγύης.

Μπορούμε σήμερα να θεωρήσουμε την παγκοσμιοποίηση σαν ένα νεοαποικιοκρατικό εγχείρημα; Αν παρατηρήσουμε τις αναπτυσσόμενες χώρες που έχουν επωφεληθεί περισσότερο από την παγκοσμιοποίηση, όπως η Κίνα, είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο. Οι κινέζοι ηγέτες ελέγχουν καλά τα σύνορά τους (παράδειγμα η αντίστασή τους απέναντι στην ασιατική οικονομική κρίση) και μπορούν να υποχρεώνουν τις ξένες επιχειρήσεις να προχωρούν σε μεταφορές τεχνολογίας.

Μια μορφή νεοαποικιοκρατίας υπάρχει στην αμερικανική συμπεριφορά στη Λατινική Αμερική ή στη γαλλική συμπεριφορά στην Αφρική. Χρειάζεται ωστόσο να διακρίνουμε τις δυο καταστάσεις και να μη συγχέουμε αδικαιολόγητα τα προβλήματα. Η ιδέα σύμφωνα με την οποία θα μπορούσαμε να επιλύσουμε το πρόβλημα της φτώχειας των δυο τρίτων του παγκόσμιου πληθυσμού, καθιερώνοντας δασμολογικά εμπόδια στις χώρες μας, δεν είναι αξιόπιστη. Οι μόνες γνωστές περιπτώσεις χωρών που βελτίωσαν το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού τους μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είναι εκείνες οι χώρες που μπόρεσαν να επωφεληθούν από το άνοιγμα των συνόρων τους.

- Θυμίζετε στο βιβλίο σας τα επιχειρήματα που ωθούσαν τους σοσιαλιστές στις αρχές του προηγούμενου αιώνα να τάσσονται υπέρ της παγκοσμιοποίησης: προοπτική βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των εργατών (οικονομικό επιχείρημα) και πάλη ενάντια στον εθνικισμό (πολιτικό επιχείρημα). Οι σοσιαλιστές θα μπορούσαν να επαναλάβουν σήμερα παρόμοια επιχειρήματα ή η επιχειρηματολογία τους πρέπει να αλλάξει εξαιτίας της μεταβολής του ιστορικού πλαισίου;

- Βλέπω ταυτόχρονα μια πιθανή συνέχεια και αναγκαίες αλλαγές. Πρώτα η συνέχεια: οι προπολεμικοί σοσιαλιστές είχαν κατανοήσει ότι ήταν δυνατό να φανταστούν πολιτικές αναδιανομής ταυτόχρονα με το άνοιγμα στη διεθνή οικονομία. Κάθε φορά που προτεινόταν μια οικονομική ή κοινωνική μεταρρύθμιση προπολεμικά (μείωση του χρόνου εργασίας, φορολόγηση του εισοδήματος, δημιουργία ασφαλίσεων για τα εργατικά ατυχήματα κ.λπ.) ορισμένοι αντιτάσσονταν στο όνομα αυτού που δεν αποκαλούσαν ακόμα «ανταγωνιστικότητα» της Γαλλίας. Ωστόσο οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις επιβλήθηκαν χωρίς να επιβεβαιωθούν οι πιο ζοφερές προγνώσεις για τη βιομηχανική παρακμή της Γαλλίας. Σήμερα η παγκοσμιοποίηση και η Ευρώπη χρησιμοποιούνται ως άλλοθι προκειμένου να μην γίνουν οι μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ωστόσο είναι αναγκαίες αν δεν θέλουμε να υποστούν όλο το κόστος της παγκοσμιοποίησης οι πιο αδύναμοι τομείς του πληθυσμού.

Σήμερα στις ΗΠΑ, αν χάσει κάποιος τη δουλειά του, χάνει και την ιατρική του ασφάλιση, τη σύνταξή του κ.λπ. Δεν θα έχουν όλοι οι άνθρωποι μια μόνιμη απασχόληση σε όλη τους τη ζωή και είναι αναγκαίο να σκεφτούμε νέες μορφές ασφάλειας για να εξουδετερώσουμε το σοκ των οικονομικών μετασχηματισμών. Χρειάζεται επομένως να σκεφτούμε ένα νέο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, υπερασπίζοντας ταυτόχρονα το άνοιγμα των συνόρων. Αυτό είναι το μάθημα των κοινωνικών αγώνων της πρώτης παγκοσμιοποίησης.

Οι αναπτυσσόμενες χώρες αναμφίβολα έχουν ακόμη ανάγκη από έναν ορισμένο προστατευτισμό. Από την πλευρά μας χρειάζεται να αναρωτηθούμε για την επίπτωση που έχουν στον υπόλοιπο κόσμο τα μέτρα προστασίας που εμείς διατηρούμε στις χώρες μας. Το αληθινό πρόβλημα της Μπουρκίνα Φάσο δεν είναι η παγκοσμιοποίηση, αλλά οι επιδοτήσεις που παρέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε 25.000 αμερικανούς βαμβακοπαραγωγούς.

Η αναγκαία μεταβολή πηγάζει από τη μορφή που παίρνει σήμερα η παγκοσμιοποίηση. Αυτή προκαλεί ένα σημαντικό κατακερματισμό του παραγωγικού συστήματος. Δεν γίνονται πλέον σήμερα όλες οι δραστηριότητες που είναι αναγκαίες για την παραγωγή ενός προϊόντος στους κόλπους μιας κάθετα οργανωμένης επιχείρησης στο εσωτερικό των εθνικών συνόρων. Η δυσκολία μας είναι να φανταστούμε πολιτικές απασχόλησης προσαρμοσμένες σε αυτό το νέο σύστημα παραγωγής (...).


7 - 11/01/2004

Κυριακή, Νοεμβρίου 23, 2003

Ο πολιτισμός της τηλεόρασης

από το Θανάση Γιαλκέτση
Στις 3 Οκτωβρίου, πέθανε στα 72 του χρόνια ο αμερικανός κοινωνιολόγος Νιλ Πόστμαν. Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν τα βιβλία του «Διασκέδαση μέχρι θανάτου» (Δρομέας), «Τεχνοπώλιο» και «Η πυξίδα του μέλλοντος» (Καστανιώτης).

Η συνέντευξη που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο ιταλικό περιοδικό «Reset» τον Αύγουστο του 2001.

- Καθηγητή Πόστμαν, στο βιβλίο σας «Διασκέδαση μέχρι θανάτου» οι θέσεις σας είναι η πιο κλασική διατύπωση των επιπτώσεων που προκαλεί η τηλεόραση στο δημόσιο λόγο και στην πολιτική αντιπαράθεση. Τις διατυπώσατε πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια. Στα χρόνια που ακολούθησαν φαινόταν ότι θα μειωνόταν ο ρόλος της τηλεόρασης σε όφελος νέων τεχνολογιών. Απ' ό,τι φαίνεται όμως η τηλεόραση διατηρεί έναν κυρίαρχο ρόλο στην επικοινωνία σε ολόκληρο τον κόσμο.

«Νομίζω ότι η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δύσκολη απ' ό,τι ήταν το 1986. Τουλάχιστον στην Αμερική, το να κάνει κανείς τηλεόραση σημαίνει ουσιαστικά να πουλάει το κοινό των θεατών στους διαφημιστές. Περί αυτού πρόκειται. Επομένως ο καλύτερος τρόπος για να πετύχει αυτό το αποτέλεσμα είναι απλώς το να μετατρέπει την τηλεόραση σε συνεχή και αδιάκοπη πηγή διασκέδασης. Το 1986, όταν έγραψα αυτά τα πράγματα, αυτό ήταν ήδη ολότελα φανερό. Αλλά σήμερα, στο 2001, είναι ακόμη περισσότερο πρόδηλο».

- Δεν νομίζετε ότι η τηλεόραση με την κλασική της έννοια πρόκειται να υποχωρήσει σε σημασία σε σχέση με τις άλλες μορφές ηλεκτρονικής επικοινωνίας;

«Τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι η παρακολούθηση της τηλεόρασης μειώνεται εξαιτίας της επικράτησης της τεχνολογίας των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Αυτό που άλλαξε προφανώς είναι το άνοιγμα της τηλεόρασης σε πολλά κανάλια, στη συνδρομητική τηλεόραση και σε άλλες μορφές. Ο τρόπος που βλέπουμε τηλεόραση παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό ο ίδιος, αν και δεν περιορίζεται σε τρία τέσσερα δίκτυα. Οι άνθρωποι έχουν στη διάθεσή τους δεκάδες κανάλια. Μπορεί αλλού τα πράγματα να είναι διαφορετικά, αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες οι άνθρωποι συνεχίζουν να βλέπουν τηλεόραση περίπου στα ίδια ποσοστά που έβλεπαν και πριν από τη διάδοση των ηλεκτρονικών υπολογιστών».

- Δεν αναπτύσσεται μια διαφορετική ζήτηση;

«Το κοινό στρέφεται στην τηλεόραση για όλες σχεδόν τις ανάγκες του. Αυτή είναι η κύρια έννοια που προσπάθησα να εξηγήσω στο βιβλίο μου του 1986. Θέλω να πω ότι στα άλλα μέσα, στις εφημερίδες, στον κινηματογράφο ή στα cd καταφεύγουμε για πολύ συγκεκριμένους σκοπούς. Βάζουμε ένα cd για να ακούσουμε μουσική, πηγαίνουμε στο θέατρο για να δούμε μια κωμωδία. Αλλά στην τηλεόραση στρεφόμαστε για όλα.

Η τηλεόραση έχει γίνει αυτό που εγώ ορίζω ως το κέντρο διοίκησης της κουλτούρας. Οι άνθρωποι στρέφονται στην τηλεόραση για τη θρησκεία, την πληροφόρηση, τον αθλητισμό, την πολιτική. Η τηλεόραση προμηθεύει τα πάντα και το πρόβλημα γεννιέται από το γεγονός ότι, από τη στιγμή που η τηλεόραση αναφέρεται ουσιαστικά στη διασκέδαση, την ψυχαγωγία, όλες αυτές οι μορφές -η θρησκεία, η πολιτική κ.λπ.- καταλήγουν να γίνονται ψυχαγωγία. Αυτό είναι το πρόβλημα. Η κριτική μου στρέφεται ενάντια στο γεγονός ότι η πληροφόρηση, η θρησκεία, η μουσική και άλλοι σοβαροί τομείς του πολιτισμού γίνονται ψυχαγωγία και μετατρέπονται σε πηγές διασκέδασης. Τα δελτία ειδήσεων, για παράδειγμα, σχεδιάζονται και οργανώνονται με τον ίδιο τρόπο που θα προετοιμαζόταν ένα ψυχαγωγικό πρόγραμμα με ποικιλία θεαμάτων. Αναζητούν τους πιο ελκυστικούς δημοσιογράφους και αυτοί αφιερώνουν στον κομμωτή τους τουλάχιστον τον ίδιο χρόνο με εκείνο που αφιερώνουν στην εργασία τους.

Τα δελτία ειδήσεων έχουν μουσική επένδυση και προβάλλουν τις οπτικά πιο εντυπωσιακές εικόνες, ανεξάρτητα από το αν έχουν ειδησεογραφική σημασία κ.ο.κ.».

- Στο βιβλίο σας υπάρχει ένα πολύ ωραίο κεφάλαιο για την τυπογραφική εποχή, με αναφορές κυρίως στην αμερικανική ιστορία. Οι θεμελιωτές των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν εξαιρετικοί αναγνώστες. Αυτό το κεφάλαιο θα μπορούσε να υποβληθεί σε κριτική επειδή εξιδανικεύει τα πράγματα.

« Δεν είστε ο πρώτος που μου λέει ότι το πορτρέτο με το οποίο σκιαγράφησα την εποχή του έντυπου λόγου είναι μάλλον ιδεαλιστικό. Ο,τι και να πει κανείς, είναι φανερό ότι υπήρχαν πάρα πολλά πράγματα που δεν πήγαιναν καλά στην εποχή που ο τύπος καθόριζε τον τρόπο σκέψης. Αλλά οι κοινωνικές και φιλοσοφικές ιδέες, που σήμερα θεωρούμε δεδομένες, υπήρξαν το προϊόν ενός κόσμου προσανατολισμένου με βάση τον τύπο. Ακόμη και τα πρόσωπα που επινόησαν τις νέες τεχνολογίες -από το ραδιόφωνο ώς την τηλεόραση και από τα αεροπλάνα ώς τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές- όλα αυτά τα πρόσωπα εκπαιδεύτηκαν σχεδόν αποκλειστικά από την πένα, το χαρτί και τα βιβλία. Ο ίδιος ο Μπιλ Γκέιτς έχει δεχθεί μιαν εκπαίδευση που βασίζεται κατά μεγάλο μέρος στον γραπτό λόγο.

Ο γραπτός λόγος συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός νέου τρόπου σκέψης, που κατέστησε δυνατή την κατανόηση του σύγχρονου κόσμου. Χωρίς τον τύπο δεν νομίζω ότι θα μπορούσαμε να έχουμε όχι μόνο την τεχνολογία που διαθέτουμε, αλλά ούτε και τις πολιτικές και κοινωνικές ιδέες που συνεχίζουν να μας εμπνέουν. Στον 18ο αιώνα, για παράδειγμα, υπήρχε η δουλεία και υπήρχαν τυραννικές κυβερνήσεις. Οι άνθρωποι υποχρέωναν τα παιδιά να εργάζονται στα εργοστάσια από την αυγή ώς τη δύση. Αλλά στην εποχή του τύπου, όλες αυτές οι λαθεμένες ιδέες εξαλείφθηκαν και οι άνθρωποι άρχισαν να σκέφτονται με διαφορετικό τρόπο χάρη στη νοημοσύνη του έντυπου λόγου (...)».


7 - 23/11/2003

Κυριακή, Αυγούστου 10, 2003

Προς μια κομμουνιστική κοινωνία της γνώσης

από το Θανάση Γιαλκέτση

Πρόσφατα ο Αντρέ Γκορζ δημοσίευσε στη Γαλλία το νέο του βιβλίο με τίτλο: «L' immateriel. Connaissance, valeur et capital» (Galilee, 2003). Ο ογδοντάχρονος φιλόσοφος μίλησε με αυτήν την αφορμή στην εφημερίδα «Il Manifesto».

- Στο νέο σας βιβλίο αμφισβητήσατε την ύπαρξη μιας καταπληκτικής κοινωνίας της γνώσης. Κατά τη γνώμη σας, η οικονομία της γνώσης και ο καπιταλισμός είναι πράγματα ασυμβίβαστα. Για ποιο λόγο;

«Επειδή στη λεγόμενη οικονομία της γνώσης οι παραδοσιακές οικονομικές παράμετροι δεν ισχύουν πλέον. Η κύρια παραγωγική δύναμη, η γνώση, δεν μπορεί να μετρηθεί με ποσοτικά κριτήρια. Η εργασιακή απόδοση που βασίζεται στη γνώση δεν μπορεί πλέον να μετριέται με ώρες εργασίας. Και παρ' όλα τα πιθανά τεχνάσματα, ο μετασχηματισμός της γνώσης σε κεφάλαιο -σε χρηματικό κεφάλαιο- συναντάει αξεπέραστα εμπόδια. Με δυο λόγια, οι τρεις θεμελιώδεις έννοιες της πολιτικής οικονομίας, η εργασία, η αξία και το κεφάλαιο, δεν μπορούν πλέον να ορίζονται με αριθμητικούς όρους ούτε και να μετριούνται με ενιαίες παραμέτρους. Επιπλέον, ακριβώς επειδή δεν μπορούν να μετρηθούν, καθιστούν όλο και πιο δύσκολη την εφαρμογή εννοιών όπως η υπεραξία, η υπερεργασία, η αξία ανταλλαγής, το ακαθάριστο κοινωνικό προϊόν. Οταν οι ειδικοί της μακροοικονομίας προσπαθούν να ποσοτικοποιήσουν με τα παραδοσιακά εργαλεία τα οικονομικά αποτελέσματα και τις τάσεις ανάπτυξης, στην πραγματικότητα προχωρούν στα τυφλά μέσα στο σκοτάδι.

Η οικονομία της γνώσης εκφράζει εκ των πραγμάτων μια βαθιά κρίση του καπιταλισμού και προεικονίζει μιαν άλλη οικονομία, μια νέα οικονομία που πρέπει να θεμελιώσουμε. Γύρω από αυτό το ζήτημα στρέφεται η συζήτηση που διεξάγεται σε παγκόσμιο επίπεδο για το τι είναι στην πραγματικότητα ο πλούτος και σε ποια κριτήρια πρέπει να αντιστοιχεί. Η οικονομία χρειάζεται όλο και περισσότερο ποιοτικές μάλλον παρά ποσοτικές παραμέτρους».

- Ο αμερικανός μελετητής Τζέρεμι Ρίφκιν, στο βιβλίο του «Η εποχή της πρόσβασης», υποστήριξε ότι το άυλο κεφάλαιο της γνώσης παίζει ένα κεντρικό ρόλο στη δημιουργία αξίας και αντιπροσωπεύει την πιο σημαντική συνιστώσα του επιχειρηματικού κεφαλαίου.

«Πράγματι, έτσι είναι. Αλλά η λέξη "γνώση" χρησιμοποιείται για να ορίσει πράγματα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, για τα οποία δεν διαθέτουμε μιαν ενιαία παράμετρο. Ας δούμε πρώτα απ' όλα τις καλλιτεχνικές ικανότητες, τη φαντασία και τη δημιουργικότητα, που βρίσκουν μεγάλη ζήτηση στη διαφήμιση, στο μάρκετινγκ, στο σχεδιασμό των προϊόντων, στην ανανέωση, δεδομένου ότι κατορθώνουν να προσδώσουν στα εμπορεύματα -ακόμη και στα πιο συνηθισμένα- μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική και συμβολική αξία. Η διαφήμιση και το μάρκετινγκ αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες ή μάλλον τη μεγαλύτερη βιομηχανία της γνώσης. Στο βαθμό που αποδίδουν στα εμπορεύματα μοναδικές και ασύγκριτες ιδιότητες, οι επιχειρήσεις μπορούν να πουλούν τα προϊόντα τους, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, με αυξημένες τιμές. Κατέχουν ένα είδος μονοπωλίου και εξασφαλίζουν έτσι μια μονοπωλιακή πρόσοδο, υπερφαλαγγίζοντας το νόμο της αξίας. Με άλλα λόγια, φρενάρουν την πτώση της αξίας ανταλλαγής των εμπορευμάτων, ακόμη κια αν αυτά παράγονται με όλο και μικρότερο κόστος με όρους χρόνου εργασίας και προσωπικού».

- Σε αυτή τη διαδικασία ποια είναι η σχέση ανάμεσα σε ειδίκευση και γνώση;

«Οι γνώσεις, με την έννοια των ειδικεύσεων και των επιστημονικών και τεχνικών μεθόδων, μπορούν να έχουν ένα παρόμοιο ρόλο, αλλά τα αποτελέσματά τους και η αξία χρήσης τους έχουν μια αρκετά πιο άμεση σημασία. Διαφορετικά από τις καλλιτεχνικές και ανανεωτικές ικανότητες, οι ειδικές γνώσεις και μέθοδοι μπορούν να μεταβιβαστούν ή να τυποποιηθούν ακόμη και ξεχωριστά από όποιον τις χρησιμοποιεί. Μπορούν να μεταγραφούν σε ψηφιακή μορφή και να αξιοποιηθούν ως πληροφορία για παραγωγικούς σκοπούς, χωρίς κάποια πρόσθετη ανθρώπινη συμβολή. Από αυτήν την άποψη, η γνώση είναι σταθερό κεφάλαιο, είναι μέσο παραγωγής. Αλλά σε σχέση με τα μέσα παραγωγής του παρελθόντος παρουσιάζει μια καθοριστική διαφορά: μπορεί να αναπαραχθεί, πρακτικά με μηδενικό κόστος, σε άπειρη ποσότητα. Οσο και αν κοστίζουν οι έρευνες για την παραγωγή της, η ψηφιοποιημένη γνώση τείνει να γίνει προσβάσιμη και αξιοποιήσιμη με μηδενικό κόστος. Αν πράγματι αναπαραχθεί και χρησιμοποιηθεί σε δισεκατομμύρια αντίγραφα, το κόστος για την παραγωγή της γίνεται πρακτικά ασήμαντο. Αυτό ισχύει για όλα τα προγράμματα του software, όπως ισχύει και για το περιεχόμενο γνώσης των φαρμάκων. Αν θέλουμε να λειτουργεί ως σταθερό κεφάλαιο και να επιτρέπει την άντληση υπεραξίας, η γνώση πρέπει να γίνει υποχρεωτικά μονοπωλιακά ιδιοκτησία, προστατευόμενη από ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που εξασφαλίζει στον κάτοχό του μια μονοπωλιακή απόδοση. Ο καθορισμός της χρηματιστηριακής τιμής του κεφαλαίου που αποτελείται από τη γνώση θα εξαρτηθεί από την προβλεπόμενη απόδοση. Σε αυτή τη βάση μπορεί να δημιουργηθούν γιγάντιες χρηματιστηριακές φούσκες, που κάποια μέρα θα εκραγούν αιφνιδιαστικά. Το χρηματιστηριακό κραχ, που ήταν προβλέψιμο ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του '90, δείχνει πόσο δύσκολο είναι να μετατρέψουμε τη γνώση σε χρηματιστικό κεφάλαιο και να το κάνουμε να λειτουργήσει ως γνωστικό κεφάλαιο».

- Είπατε ότι η οικονομία της γνώσης προεικονίζει την αναγκαιότητα μιας «άλλης οικονομίας», μιας άλλης κοινωνίας, της οποίας διαγράφεται ήδη στον ορίζοντα η πρακτική δυνατότητα.

«Ναι. Η γνώση δεν είναι ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα και δεν είναι πρόσφορο να αντιμετωπίζεται σαν ιδιωτική περιουσία. Οι κάτοχοί της δεν την στερούνται όταν την μεταβιβάζουν και σε άλλους. Οσο περισσότερο διαδίδεται η γνώση, τόσο πιο πλούσια γίνεται η κοινωνία. Από την ίδια της τη φύση, η γνώση απαιτεί να την αντιμετωπίζουμε ως ένα κοινό αγαθό, να τη θεωρούμε α priori ως το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής και συλλογικής εργασίας. Το να την ιδιωτικοποιούμε σημαίνει ότι περιορίζουμε τη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτήν, την αξία της κοινωνικής της χρήσης. Στα τελευταία δέκα ή είκοσι χρόνια αυτό φαίνεται πιο καθαρά, καθώς σε όλο τον κόσμο έχει συγκροτηθεί ένα αντικαπιταλιστικό μέτωπο πάλης ενάντια στη βιομηχανία της γνώσης, για παράδειγμα τη χημική και φαρμακευτική βιομηχανία, αλλά και εκείνη του software και ιδιαίτερα τη Microsoft.

Στην πραγματικότητα ο γνωστικός καπιταλισμός δεν περιορίζεται στο να ιδιοποιείται τη γνώση, αλλά ιδιωτικοποιεί και αυτό που είναι αδιαμφισβήτητα κοινό αγαθό, όπως το γονίδιο φυτών και ζώων ή ακόμη και το ανθρώπινο γονίδιο. Και σφετερίζεται με μηδενικό κόστος την κοινή πολιτιστική κληρονομιά, για να τη χρησιμοποιήσει ως "πολιτιστικό κεφάλαιο" ή "ανθρώπινο κεφάλαιο". Με τον όρο "ανθρώπινο κεφάλαιο" περιγράφονται κυρίως οι ανθρώπινες ικανότητες και οι μορφές γνώσης που δεν μπορούν να τυποποιηθούν και που τα άτομα αναπτύσσουν μέρα με τη μέρα στις σχέσεις τους με τους συνανθρώπους τους. Ο "γνωστικός καπιταλισμός" αξιοποιεί και εκμεταλλεύεται επομένως όχι μόνον τις ώρες εργασίας, αλλά και το χρόνο που αφιερώνουν τα άτομα στη δική τους ανθρώπινη και πολιτιστική ανάπτυξη. Ολες οι ατομικές δραστηριότητες που αναπτύσσονται έξω από το χρόνο εργασίας και αποβλέπουν στην αυτοπραγμάτωση των ατόμων μπορούν επομένως να θεωρηθούν παραγωγικές δραστηριότητες. Αυτές οι δραστηριότητες έχουν γίνει μία από τις κύριες πηγές παραγωγικότητας και δημιουργίας αξίας. Σε μιαν αληθινή κοινωνία της γνώσης η οικονομία έπρεπε να τίθεται στην υπηρεσία της κουλτούρας και της αυτοπραγμάτωσης και όχι το αντίστροφο, όπως συμβαίνει σήμερα. Εξάλλου, αυτήν την έννοια τη βρίσκουμε ήδη στον Μαρξ, ο οποίος γράφει ότι ο αληθινός πλούτος είναι "η ανάπτυξη όλης της ανθρώπινη δημιουργικότητας, που δεν μετριέται με βάση μια προκαθορισμένη παράμετρο". Πάνω σε αυτό βασίζεται η διεκδίκηση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος».

- Είπατε ότι και στο πρακτικό επίπεδο διαγράφεται μιαν άλλη οικονομία, πέρα από τον καπιταλισμό.

«Ναι, για παράδειγμα στα δίκτυα που χρησιμοποιούμε δωρεάν και στην κουλτούρα του software με ελεύθερη πρόσβαση στους κωδικούς και στις πηγές για τους χρήστες του Ιντερνετ. Εξάλλου, οι επιχειρήσεις εργάζονται ήδη σε μεγάλο βαθμό στο πλαίσιο δικτύων και συνεννοούνται μεταξύ τους όταν πρέπει να πάρουν μιαν απόφαση. Η αυτοοργάνωση, ο αυτοσυντονισμός και η ελεύθερη ανταλλαγή βρίσκονται σήμερα στη βάση της κοινωνικής παραγωγής. Και μπορούν να υλοποιούνται χωρίς να χρειάζεται ένας κεντρικός σχεδιασμός ούτε η μεσολάβηση της αγοράς. Οι παραγωγοί, που συνδέονται μεταξύ τους στο Διαδίκτυο, θα μπορούσαν να συμφωνούν εκ των προτέρων και με τρόπου που να αποβλέπει στην παραγωγή με βάση τις ανάγκες και θα μπορούσαν να αναπτύξουν την παραγωγική τους λειτουργία ως ένα σύνολο "a priori συλλογικών δραστηριοτήτων", ανταλλάσσοντας αγαθά και υπηρεσίες στα οποία δεν θα αποδίδεται ο χαρακτήρας των εμπορευμάτων. Το χρήμα θα γινόταν επομένως περιττό και από το κεφάλαιο θα αφαιρείτο έτσι η ίδια του η βάση. Δεν υποτιμώ, βέβαια, τα εμπόδια που θα συναντούσε μια παρόμοια εξέλιξη».

- Η κοινωνία της γνώσης που περιγράψατε θα ήταν μια κομμουνιστική κοινωνία...

«Ακριβώς».

- Κατηγορήσατε τους θιασώτες της τεχνητής νοημοσύνης και της τεχνητής ζωής ότι προετοιμάζουν όχι μια κοινωνία της γνώσης αλλά ένα μετα-ανθρώπινο πολιτισμό.

«Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Για παράδειγμα, ο γερμανός φιλόσοφος Εριχ Χερλ έδειξε ότι στην πορεία των τελευταίων 150 ετών η επιστήμη απομακρύνθηκε όλο και περισσότερο από την πραγματικότητα που μπορούμε να συλλάβουμε διαμέσου των αισθήσεων. Στον πραγματικό κόσμο, μια σκέψη που γίνεται όλο και περισσότερο μαθηματική φωτίζει μόνο τις δομές που μπορούν να αποδοθούν με μαθηματικούς όρους. Για παράδειγμα, η μαθηματική γλώσσα των υπολογισμών που ψηφιοποιούνται συνέβαλε στο να αποξενώσει όχι μόνο την επιστήμη αλλά και τον καπιταλισμό από τα προβλήματα του νοήματος και από τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, αποκλείοντας ως μη πραγματικό αυτό που δεν μπορεί να υπολογιστεί. Εξαιτίας αυτής της αποξένωσης, φθάσαμε σιγά σιγά σε μια περιβαλλοντική κατάσταση και σε έναν τύπο ζωής που, φυσικά και διανοητικά, δεν είναι πλέον στα μέτρα του ανθρώπου. Από αυτό οι κάτοχοι της εξουσίας συνάγουν την αναγκαιότητα να δημιουργήσουν πιο αποτελεσματικές ανθρώπινες υπάρξεις. Η τρέλα της οικονομικής και στρατιωτικής εξουσίας και η ψύχωση της αποτελεσματικότητας χρειάζονται την τεχνητή νοημοσύνη, χρειάζονται τεχνητές ανθρώπινες μηχανές. Θα μπορούμε να μιλάμε για μία κοινωνία της γνώσης μόνον όταν η επιστήμη και η οικονομία δεν θα υποτάσσονται πλέον στις επιταγές του κεφαλαίου, αλλά θα υπηρετούν πολιτικούς, κοινωνικούς, οικολογικούς και πολιτιστικούς στόχους.


7 - 10/08/2003