από το Θανάση Γιαλκέτση
Συμπληρώθηκαν φέτος δέκα χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου αυστριακού φιλοσόφου Καρλ Πόπερ. Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια συνέντευξη του ιταλού φιλοσόφου Νορμπέρτο Μπόμπιο (1909-2004), που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «L' Unita» στις 18-9-1994, την επαύριο δηλαδή του θανάτου του Πόπερ.
-Καθηγητή Μπόμπιο, ας αρχίσουμε από τον τελευταίο Πόπερ, εκείνον της σκληρής κριτικής ενάντια στην τηλεόραση, την οποία αυτός θεωρούσε στοιχείο που επιβάλλει ομοιομορφία, εξαλείφοντας τις διαφορές, και προτροπή στη βία, που είναι διάχυτη στον σύγχρονο κόσμο. Υπάρχουν σε αυτήν την τοποθέτηση πολλές απόψεις που εσείς συμμερίζεστε ή μήπως κάνω λάθος;
Ο Πόπερ που επικρίνει τις ζημιές που προξενεί η τηλεόραση είναι εκείνος προς τον οποίο αισθάνομαι ιδιαίτερα κοντινός. Εγώ ο ίδιος έχω γράψει γι' αυτό το θέμα μιλώντας για την κακή χρήση της μικρής οθόνης και για τους «ικανοποιημένους σκλάβους», που αρκούνται στην παθητική απόλαυση. Ορισμένοι μάλιστα με κατηγόρησαν ότι είμαι «αντιμοντέρνος». Και ο Πόπερ ωστόσο θεωρούσε -ορθά- ότι σκηνές ανατριχιαστικής βίας σαν αυτές που μεταδίδονται καθημερινά δεν μπορούν παρά να έχουν καταστροφική επίδραση στα άτομα, σε σημείο που να καθιστούν την τηλεόραση καθ' αυτήν ένα «κακό».
-Υπάρχει κάποιος δεσμός ανάμεσα στον «Βιεννέζο» Πόπερ, εκείνον που έζησε την καταστροφική εμπειρία του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, και τον στοχαστή του τέλους του 20ού αιώνα που αγωνιά μπροστά στην παγκόσμια εισβολή της βίας;
Δεν το γνωρίζω. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι στον Πόπερ η βία γίνεται κομβικό ζήτημα ακριβώς εντός της θεωρίας του για τη δημοκρατία. Σύμφωνα με τον Πόπερ, αυτό που διακρίνει τη δημοκρατία από τον δεσποτισμό είναι η δυνατότητα της ειρηνικής αλλαγής. Μιας αλλαγής που συντελείται χωρίς την ανάγκη να κάνουμε επαναστάσεις ή να προσφύγουμε στη βία. Γιατί; Γιατί υπάρχουν καθορισμένοι κανόνες που ρυθμίζουν τον μετασχηματισμό. Το να καλλιεργούμε στους πολίτες τη ροπή προς τη βία θα σήμαινε ότι σκάβουμε τον τάφο της δημοκρατίας.
-Οι δημοκρατικοί κανόνες ως αντίδοτο στη βία. Ο Πόπερ πίστευε ωστόσο και σε ειδικούς κανόνες που χαρακτηρίζουν την επιστημονική σκέψη. Ποια είναι γι' αυτόν η σχέση ανάμεσα σε αυτούς τους δύο τύπους κανόνων;
Υπάρχει μια στενή σχέση ανάμεσα στα δύο επίπεδα. Για τον Πόπερ η επιστήμη είναι μια «ανοιχτή» γνώση, έτσι όπως και η δημοκρατία αντιστοιχεί σε μιαν ανοιχτή κοινωνία. Η μετάβαση «κλείσιμο-άνοιγμα» μας επιτρέπει να διακρίνουμε μιαν αναλογία ανάμεσα σε επιστημονική διαδικασία και δημοκρατική διαδικασία. Ο δεσποτισμός και ο δογματισμός είναι κλειστά συστήματα. Επιστήμη και δημοκρατία αντίθετα είναι «ανοιχτές», επειδή μπορούμε συνεχώς να τις αναθεωρούμε.
-Στην ποπεριανή επιλογή υπέρ του «ανοίγματος» και υπέρ των «κανόνων» υπάρχει και κάποιο ηθικό θεμέλιο; Με άλλα λόγια, οι «κανόνες» είναι και «αξίες»;
Πιστεύω ότι στον Πόπερ υπάρχει αυτή η σχέση. Το ηθικό στοιχείο έγκειται ακριβώς στην αποδοχή του «ορίου», της πιθανότητας του λάθους. Εγκειται δηλαδή στην άρνηση των απόλυτων αξιών προς όφελος της συνεχούς δυνατότητας διόρθωσης.
-Και για τον Πόπερ, επομένως, οι αξίες ήταν μόνον ιστορικοί σχηματισμοί;
Θα έλεγα πως ναι, έστω και αν ο Πόπερ ασκούσε πάντα πολεμική ενάντια στον ιστορικισμό, υποστηρίζοντας ότι στην ιστορική πορεία δεν υπάρχει τίποτα το επιβαλλόμενο από αναγκαιότητα, το υποχρεωτικό. Οι άνθρωποι είναι αυτοί που διαμορφώνουν διαρκώς αυτήν την πορεία. Πιστεύω ωστόσο ότι και για τον Πόπερ, όπως και για τον υποφαινόμενο, οι αξίες και οι προτιμήσεις (ισότητα, δικαιοσύνη, ελευθερία, ευημερία κ.λπ.) δύσκολα μπορούν να αποδειχθούν με επιχειρήματα. Κατά τούτο διαφέρουν από τα επιστημονικά θεωρήματα.
-Ο Πόπερ κατηγορήθηκε ότι προχρονολόγησε υπερβολικά την «κλειστή κοινωνία» και ότι είδε στον Πλάτωνα έναν προφήτη του ολοκληρωτισμού. Εσείς τι λέτε γι' αυτό;
Υπάρχει ένα στοιχείο αλήθειας σε αυτήν τη διάγνωση, αν και ιστοριογραφικά αυτή αντιπροσωπεύει το ασθενές μέρος όσων υποστήριξε ο Πόπερ. Πολύ πιο σημαντικό είναι το δεύτερο μέρος του βιβλίου του «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της», που είναι αναλυτικό-θεωρητικό. Από την άλλη μεριά, το γεγονός ότι παρουσίαζε τον Πλάτωνα και τον Μαρξ ως προδρόμους του σύγχρονου δεσποτισμού εμπόδισε για πολύ καιρό την πρόσληψη ενός βιβλίου που αποτελεί αναμφίβολα ένα κλασικό έργο της σύγχρονης πολιτικής σκέψης. Ενα εμπόδιο ήταν ο σκληρός αντιμαρξισμός του Πόπερ, ο οποίος ωστόσο στη νεότητά του ήταν λίγο φιλομαρξιστής.
-Εσείς είχατε από πολύ νωρίς διαβλέψει ότι στην επιστημολογία του Πόπερ υπάρχει ένα στοιχείο έντονα κριτικό, ελευθεριακό και δημοκρατικό.
Αναμφίβολα υπάρχει. Το κομβικό σημείο είναι η διαρκής δυνατότητα αναθεώρησης μέσω της έρευνας, το διαρκές άνοιγμα των κλεισιμάτων. Μόνον έτσι γίνεται ορατός ο δεσμός ανάμεσα σε επιστήμη και δημοκρατική κοινωνία, ελευθερία και δεσποτισμό, επιστήμη και ψευδο-επιστήμη. Με αυτή την έννοια νομίζω ότι στον Πόπερ ανήκει μια τιμητική θέση στην πινακοθήκη της σύγχρονης δημοκρατικής σκέψης από τον Λοκ ώς τον Ρουσό, από τον Καντ ώς τον Τοκβίλ και τον Μιλ μέχρι τις μέρες μας.
-Ο Πόπερ εντούτοις υπήρξε ένας μετριοπαθής, επιφυλακτικός, συνδεδεμένος με την ιδέα μιας πολύ βαθμιαίας πολιτικής μηχανικής.
Ναι, υπήρξε ένας ρεφορμιστής, όπως εξάλλου είμαι και εγώ. Προσωπικά δεν έχω τίποτα να αντιτάξω στην πολιτική μηχανική του, που απέβλεπε σε βαθμιαίες βελτιώσεις. Ο ρεφορμισμός του ήταν ένας ανοιχτός ρεφορμισμός, που δεν κλεινόταν ποτέ σε βαθύτερες δημοκρατικές εξελίξεις. Γιατί το αληθινό πρόβλημα παραμένει πάντοτε αυτό: ποτέ να μην κλεινόμαστε.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 19/12/2004
Κυριακή, Δεκεμβρίου 19, 2004
Κυριακή, Νοεμβρίου 28, 2004
Νομάδες τον 21ο αιώνα
από το Θανάση Γιαλκέτση
Η ανανέωση είναι κίνηση και επομένως συνδέεται από τη φύση της με τον νομαδισμό. Με τον νομαδισμό συνδέεται και η καταγωγή του καπιταλισμού, επειδή η αγορά είναι από τη φύση της νομαδική. Οι μόνιμα εγκατεστημένοι λαοί αντίθετα έχουν επινοήσει λίγα πράγματα, όπως είναι για παράδειγμα η αρχιτεκτονική. Η μεγάλη επινόησή τους είναι βέβαια το κράτος. Οι νομάδες δεν έχουν κρατικό μηχανισμό, επειδή δεν διαθέτουν ούτε κεφάλαιο ούτε έδαφος. Οι Μογγόλοι του Τσέγκις Χαν αποτελούσαν μιαν εξαίρεση. Αυτοί είχαν πράγματι επινοήσει ένα είδος νομαδικής κρατικής δομής, που τους επέτρεπε χρησιμοποιώντας το άλογο ως μοναδικό μέσο επικοινωνίας να διευθύνουν ένα στρατό εκατό χιλιάδων ανδρών που μετακινούνταν συνεχώς. Η θεμελίωση ενός κρατικού μηχανισμού υπήρξε ωστόσο ανάγκη των μόνιμα εγκατεστημένων λαών, οι οποίοι έπρεπε να υπερασπίζονται το έδαφος με το οποίο συνδέονταν. Γι' αυτό το σκοπό χρειάζονταν ένα σταθερό στρατό και αμυντικά έργα, για τη χρηματοδότηση των οποίων έπρεπε να επιβάλλουν φόρους και να οργανώσουν την είσπραξή τους. Ετσι, γεννιέται το κράτος, ένας αμυντικός θεσμός που θέλει να ελέγχει όλα όσα γίνονται στα εδάφη του.
Οι νομάδες ξεφεύγουν από αυτόν τον έλεγχο και γι' αυτό τους παρουσιάζουν συνήθως σαν βάρβαρους και επικίνδυνους. Η δυσπιστία απέναντί τους γεννιέται κυρίως από τον φόβο του ξένου, που συχνά μετατρέπεται σε μίσος. Ο νομάδας είναι η κατ' εξοχήν μορφή του ξένου, επειδή δεν έρχεται από κάποιον καθορισμένο τόπο, δεν έχει κατοικία και είναι παντού ξένος. Οι μόνιμα εγκατεστημένοι τούς φοβούνται αλλά ταυτόχρονα τους χρειάζονται, επειδή οι νομάδες διακινούν εμπορεύματα και πληροφορίες.
Ο Αταλί υποστηρίζει ότι σήμερα παρακολουθούμε μια νέα σημαντική διάδοση του νομαδισμού. Εκτός από τους διάφορους νομαδικούς πληθυσμούς που συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να επιβιώνουν στον πλανήτη, το καινούριο στοιχείο είναι το ότι ένας όλο και αυξανόμενος αριθμός προσώπων, για διάφορους λόγους, ζει μια νομαδική ζωή. Υπάρχουν για παράδειγμα οι νέοι πλούσιοι νομάδες -ο Αταλί υπολογίζει ότι είναι γύρω στα 50 εκατομμύρια άνθρωποι- οι οποίοι ταξιδεύουν παντού στον πλανήτη, κουβαλώντας μαζί τους κινητά τηλέφωνα, πιστωτικές κάρτες και φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Στο αντίθετο άκρο, δύο ή τρία δισεκατομμύρια άνθρωποι κινούνται συνεχώς προσπαθώντας να επιβιώσουν. Πολλοί από αυτούς κάνουν πολύ μεγάλα ταξίδια, όπως δείχνει το παράδειγμα των μεταναστών που έρχονται στην Ευρώπη από πολύ μακρινές χώρες. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα υπάρχει έπειτα μια πολύ μεγάλη κατηγορία προσώπων, τα οποία μολονότι έχουν μια μόνιμη εγκατάσταση ζουν όλες τις μορφές του εικονικού νομαδισμού μέσα από την τηλεόραση, τα βιντεοπαιχνίδια, τις νέες τεχνολογίες. Δεν πρέπει εξάλλου να ξεχνάμε ότι η παγκοσμιοποίηση ωθεί προς νέες μορφές οικονομικού νομαδισμού. Ολα κινούνται. Κινούνται τα κεφάλαια αλλά και η εργασία. Σήμερα διακόσια εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε μια χώρα διαφορετική από εκείνη όπου γεννήθηκαν. Σε τριάντα χρόνια υπολογίζεται ότι ο αριθμός τους θα φτάσει το ένα δισεκατομμύριο. Η παγκοσμιοποίηση ευνοεί την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων και των εμπορευμάτων αλλά όχι και εκείνη των εργαζομένων. Αυτή η αντίφαση δεν είναι δυνατόν να διαρκέσει για πολύ.
Ο Αταλί επισημαίνει τις διαφορές ανάμεσα στον παλιό και τον νέο νομαδισμό. Η κυριότερη διαφορά είναι ότι οι νομάδες του παρελθόντος ήσαν ολόκληροι λαοί, που είχαν μιαν αντίληψη για τη ζωή βασισμένη στην περιπλάνηση, την ελευθερία και την αλληλεγγύη. Ο δικός τους νομαδισμός ήταν συλλογικός.
Σήμερα επικρατεί μια μορφή ατομικού και μοναχικού νομαδισμού, είτε πρόκειται για τον νομαδισμό των πλουσίων είτε για εκείνο των απόκληρων. Ο Αταλί προβλέπει ότι στο μέλλον το ταξίδι θα γίνει αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής, μετασχηματίζοντας την ύπαρξή μας και το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζούμε. Οι πόλεις, για παράδειγμα, θα μοιάζουν με μεγάλα ξενοδοχεία με τα οποία θα αισθανόμαστε όλο και λιγότερο συνδεδεμένοι. Στο παρελθόν ένα πρόσωπο χωρίς διεύθυνση κατοικίας θεωρείτο περιθωριακό. Δεν είχε νομική ύπαρξη και κατέληγε να αποκλείεται από τον κόσμο της εργασίας. Σήμερα χάρη στις νέες τεχνολογίες, με την ηλεκτρονική διεύθυνση και τα κινητά τηλέφωνα, η κατάσταση έχει αλλάξει. Γίνεται δυνατό ένα πρόσωπο να ενσωματώνεται ενεργητικά στην κοινωνία χωρίς να έχει κατ' ανάγκη έναν ορισμένο τόπο διαμονής. Η προσωπική ύπαρξη αναγνωρίζεται ανεξάρτητα από το ρίζωμά της σε έναν τόπο.
Η δημοκρατία και η αγορά ευνοούν την κινητικότητα. Ταυτόχρονα, ωστόσο, γεννούν αστάθεια και ανασφάλεια, οι οποίες με τη σειρά τους τροφοδοτούν αντιστάσεις στον νέο νομαδισμό. Ο Αταλί διατυπώνει την ευχή ο πολιτισμός του μέλλοντος να επιτρέπει στους ανθρώπους να είναι ταυτόχρονα νομάδες και μόνιμα εγκατεστημένοι. Αυτή θα ήταν μια μορφή πληρότητας της ανθρώπινης εμπειρίας. Οι νέες τεχνολογίες, άλλωστε, μας επιτρέπουν ήδη να μετακινούμαστε και να ταξιδεύουμε χωρίς να βγαίνουμε από το σπίτι μας.
7 - 28/11/2004
Κυριακή, Ιουνίου 06, 2004
Πρόοδος και καταστροφή
από το Θανάση Γιαλκέτση
Πολ Βιριλιό: «Η πρόοδος συνεπάγεται εξ ορισμού την αποδοχή ενός κινδύνου. Σήμερα, όμως, ορισμένοι κίνδυνοι δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί»
Εδώ και πολλά χρόνια, ο γάλλος φιλόσοφος και πολεοδόμος Πολ Βιριλιό καλεί σε επαγρύπνηση ενάντια στους μύθους και τις υπερβολές του τεχνολογικού οπτιμισμού και αποκαλύπτει τα όρια και τους κινδύνους της ανεξέλεγκτης τεχνικής «προόδου». Στα θέματα αυτά αναφέρεται και το βιβλίο του «Αυτό που έρχεται», που κυκλοφόρησε πρόσφατα στη γλώσσα μας (εκδ. «Νησίδες»). Η συνέντευξη που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «L' Espresso».
- Με τα βιβλία σας προαναγγέλλετε ατυχήματα και καταστροφές...
«Η επιστημονικο-τεχνική πρόοδος δημιουργεί αναπόφευκτα τις προϋποθέσεις του ατυχήματος, μόνο που οι άνθρωποι δεν το αντιλαμβάνονται. Κάθε φορά, μόλις περάσει ο φόβος, το ξεχνούν. Το ανησυχητικό είναι ότι η συχνότητα, η ένταση και οι συνέπειες αυτών των ατυχημάτων αυξάνονται συνεχώς. Αυτό που πριν ήταν εξαίρεση, έχει ήδη γίνει ένα σχεδόν φυσιολογικό φαινόμενο».
- Πώς το εξηγείτε;
«Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σύστημα που ξεφεύγει από τα χέρια μας και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα της επιστημονικο-τεχνικής προόδου. Οπως έχει πει η Χάνα Αρεντ, η πρόοδος και η καταστροφή είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η ταχύτητα των τεχνολογικών ανανεώσεων στο πεδίο των μεταφορών, της ενέργειας και της πληροφόρησης έχουν ευνοήσει πάρα πολύ την ανάπτυξη, αλλά έχουν πολλαπλασιάσει και τους κινδύνους του ατυχήματος. Δεν πρόκειται, όμως, για κάτι καινούριο, δεδομένου ότι κάθε νέα τεχνολογία δημιουργεί πάντα τις προϋποθέσεις του ειδικού της ατυχήματος. Η επινόηση του πλοίου παρήγαγε το ναυάγιο, η επινόηση του αεροπλάνου το αεροπορικό ατύχημα, η ηλεκτρική ενέργεια κατέστησε δυνατό το μπλακάουτ, ενώ η πυρηνική ενέργεια εμπεριείχε την καταστροφή του Τσέρνομπιλ. Αντί να υπερηφανευόμαστε για την ξέφρενη πορεία της ανάπτυξής μας, θα έπρεπε να ανησυχούμε για τους όλο και μεγαλύτερους κινδύνους που θα συναντήσουμε».
- Οσο περισσότερο περίπλοκη είναι η κοινωνία τόσο περισσότερο τρωτή γίνεται;
«Σίγουρα. Στην αλυσίδα της προόδου αντιστοιχεί η αλυσίδα της καταστροφής. Οι δυο τους συμβαδίζουν. Σήμερα ζούμε στη "δρομόσφαιρα", στη σφαίρα της επιτάχυνσης των μεταφορών και των μεταδόσεων, όπου η ταχύτητα και η αλληλοσύνδεση μεταξύ των συστημάτων πολλαπλασιάζουν τους κινδύνους και ευνοούν την απώλεια ελέγχου. Από το λιγότερο ή περισσότερο σοβαρό τοπικό ατύχημα -το ναυάγιο του Τιτανικού ή την έκρηξη του Τσέρνομπιλ- έχουμε περάσει στο ολικό και γενικευμένο ατύχημα, εκείνο που πολλαπλασιάζεται και διαδίδεται από μόνο του, παράγοντας άλλα ατυχήματα κατά μήκος μιας αλυσίδας απρόβλεπτων συνεπειών. Με δυο λόγια, η κοινωνία που κυριαρχείται από το κέρδος έχει εκβιομηχανίσει την παραγωγή, αλλά ταυτόχρονα έχει εκβιομηχανίσει και την καταστροφή».
- Μπροστά στο ατύχημα υπάρχουν πάντα και εκείνοι που επικαλούνται το ανθρώπινο λάθος, υποστηρίζοντας έτσι ότι οι τεχνολογίες είναι καλές. Τι λέτε γι' αυτό;
«Δεν έχει πλέον νόημα να διακρίνουμε μεταξύ ανθρώπινης ευθύνης και παρέκκλισης για την οποία ευθύνεται η ίδια η τεχνική. Η πρόοδος της τεχνοεπιστήμης δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα λάθη που θέτουν υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα και την ασφάλειά της. Η επιστήμη σήμερα έχει γίνει εργαλείο του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος, που έχει ωθήσει την εσωτερική της λογική ώς τις πιο ακραίες συνέπειες. Το σύστημα έχει γίνει τόσο ισχυρό ώστε παράγει από μόνο του την καταστροφή του, εκρήγνυται, διαλύεται. Οι άνθρωποι, που μερικές φορές γίνονται άθελά τους η έσχατη αιτία της καταστροφής, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Το μοναδικό πράγμα που μπορούν να κάνουν είναι να αντιληφθούν αυτήν την παρέκκλιση και να προσπαθήσουν να αντιστρέψουν την πορεία μιας τυφλής και παραληρηματικής προόδου».
- Στον επιστημονικό κόσμο δεν είναι πολλοί αυτοί που συμμερίζονται την άποψή σας.
«Είναι αλήθεια, σήμερα κυριαρχεί μια ιδεολογία του απόλυτου καλού των τεχνολογιών, μια ιδεολογία που φαντάζεται τη σωτηρία μέσα από την τεχνική. Είναι αυτό που εγώ αποκαλώ τεχνικό φονταμενταλισμό, που, όπως και ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, έχει την αξίωση να υποκαταστήσει τον άνθρωπο, για να τον σώσει από το κακό. Οπως όλοι οι φονταμενταλισμοί, έτσι και αυτός αρνείται την αμφιβολία και αποφεύγει να αναγνωρίσει τους κινδύνους που κυοφορεί. Ο άνθρωπος, όμως, θα έπρεπε να έχει το θάρρος να κοιτάζει κατά πρόσωπο τη Μέδουσα της προόδου, επειδή μόνον έτσι μπορεί να προσπαθήσει να αποφύγει την καταστροφή που μας απειλεί».
- Με ποιον τρόπο;
«Το ζητούμενο σίγουρα δεν είναι να ταχθούμε κατά της προόδου, αλλά μόνο να αντιληφθούμε τα όριά της και τους κινδύνους της. Δυστυχώς η επιστήμη είναι πάντοτε τραγική, αλλά αυτό είναι ένα δεδομένο που εμείς πάντοτε παραγνωρίζαμε, πληρώνοντας έπειτα τις συνέπειες. Το ολικό ατύχημα αποτελεί ήδη μέρος του ορίζοντα των προσδοκιών μας. Ιδού γιατί οφείλουμε να αναρωτηθούμε μέχρι ποιο σημείο είμαστε διατεθειμένοι να φτάσουμε. Η πρόοδος συνεπάγεται εξ ορισμού την αποδοχή ενός κινδύνου. Σήμερα όμως ορισμένοι κίνδυνοι δεν μπορούν να γίνουν πλέον αποδεκτοί. Χρειάζεται να σταματήσουμε, να απορρίψουμε ορισμένα σχέδια στο όνομα της αρχής της ευθύνης. Και πρέπει να έχουμε το θάρρος να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα του πεπερασμένου της τεχνικής και της επιστήμης σε σχέση με τα όρια του πλανήτη μας. Η γη και οι πόροι της είναι «πεπερασμένοι», με την έννοια ότι έχουν όρια, συνεπώς η πρόοδος και το κέρδος δεν μπορούν να είναι απεριόριστα. Οφείλουμε να θέσουμε υπό αμφισβήτηση την κυρίαρχη τεχνολογική ευφορία. Μόνον έτσι ίσως μπορέσουμε να σωθούμε».
- Με τα βιβλία σας προαναγγέλλετε ατυχήματα και καταστροφές...
«Η επιστημονικο-τεχνική πρόοδος δημιουργεί αναπόφευκτα τις προϋποθέσεις του ατυχήματος, μόνο που οι άνθρωποι δεν το αντιλαμβάνονται. Κάθε φορά, μόλις περάσει ο φόβος, το ξεχνούν. Το ανησυχητικό είναι ότι η συχνότητα, η ένταση και οι συνέπειες αυτών των ατυχημάτων αυξάνονται συνεχώς. Αυτό που πριν ήταν εξαίρεση, έχει ήδη γίνει ένα σχεδόν φυσιολογικό φαινόμενο».
- Πώς το εξηγείτε;
«Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σύστημα που ξεφεύγει από τα χέρια μας και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα της επιστημονικο-τεχνικής προόδου. Οπως έχει πει η Χάνα Αρεντ, η πρόοδος και η καταστροφή είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η ταχύτητα των τεχνολογικών ανανεώσεων στο πεδίο των μεταφορών, της ενέργειας και της πληροφόρησης έχουν ευνοήσει πάρα πολύ την ανάπτυξη, αλλά έχουν πολλαπλασιάσει και τους κινδύνους του ατυχήματος. Δεν πρόκειται, όμως, για κάτι καινούριο, δεδομένου ότι κάθε νέα τεχνολογία δημιουργεί πάντα τις προϋποθέσεις του ειδικού της ατυχήματος. Η επινόηση του πλοίου παρήγαγε το ναυάγιο, η επινόηση του αεροπλάνου το αεροπορικό ατύχημα, η ηλεκτρική ενέργεια κατέστησε δυνατό το μπλακάουτ, ενώ η πυρηνική ενέργεια εμπεριείχε την καταστροφή του Τσέρνομπιλ. Αντί να υπερηφανευόμαστε για την ξέφρενη πορεία της ανάπτυξής μας, θα έπρεπε να ανησυχούμε για τους όλο και μεγαλύτερους κινδύνους που θα συναντήσουμε».
- Οσο περισσότερο περίπλοκη είναι η κοινωνία τόσο περισσότερο τρωτή γίνεται;
«Σίγουρα. Στην αλυσίδα της προόδου αντιστοιχεί η αλυσίδα της καταστροφής. Οι δυο τους συμβαδίζουν. Σήμερα ζούμε στη "δρομόσφαιρα", στη σφαίρα της επιτάχυνσης των μεταφορών και των μεταδόσεων, όπου η ταχύτητα και η αλληλοσύνδεση μεταξύ των συστημάτων πολλαπλασιάζουν τους κινδύνους και ευνοούν την απώλεια ελέγχου. Από το λιγότερο ή περισσότερο σοβαρό τοπικό ατύχημα -το ναυάγιο του Τιτανικού ή την έκρηξη του Τσέρνομπιλ- έχουμε περάσει στο ολικό και γενικευμένο ατύχημα, εκείνο που πολλαπλασιάζεται και διαδίδεται από μόνο του, παράγοντας άλλα ατυχήματα κατά μήκος μιας αλυσίδας απρόβλεπτων συνεπειών. Με δυο λόγια, η κοινωνία που κυριαρχείται από το κέρδος έχει εκβιομηχανίσει την παραγωγή, αλλά ταυτόχρονα έχει εκβιομηχανίσει και την καταστροφή».
- Μπροστά στο ατύχημα υπάρχουν πάντα και εκείνοι που επικαλούνται το ανθρώπινο λάθος, υποστηρίζοντας έτσι ότι οι τεχνολογίες είναι καλές. Τι λέτε γι' αυτό;
«Δεν έχει πλέον νόημα να διακρίνουμε μεταξύ ανθρώπινης ευθύνης και παρέκκλισης για την οποία ευθύνεται η ίδια η τεχνική. Η πρόοδος της τεχνοεπιστήμης δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα λάθη που θέτουν υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα και την ασφάλειά της. Η επιστήμη σήμερα έχει γίνει εργαλείο του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος, που έχει ωθήσει την εσωτερική της λογική ώς τις πιο ακραίες συνέπειες. Το σύστημα έχει γίνει τόσο ισχυρό ώστε παράγει από μόνο του την καταστροφή του, εκρήγνυται, διαλύεται. Οι άνθρωποι, που μερικές φορές γίνονται άθελά τους η έσχατη αιτία της καταστροφής, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Το μοναδικό πράγμα που μπορούν να κάνουν είναι να αντιληφθούν αυτήν την παρέκκλιση και να προσπαθήσουν να αντιστρέψουν την πορεία μιας τυφλής και παραληρηματικής προόδου».
- Στον επιστημονικό κόσμο δεν είναι πολλοί αυτοί που συμμερίζονται την άποψή σας.
«Είναι αλήθεια, σήμερα κυριαρχεί μια ιδεολογία του απόλυτου καλού των τεχνολογιών, μια ιδεολογία που φαντάζεται τη σωτηρία μέσα από την τεχνική. Είναι αυτό που εγώ αποκαλώ τεχνικό φονταμενταλισμό, που, όπως και ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, έχει την αξίωση να υποκαταστήσει τον άνθρωπο, για να τον σώσει από το κακό. Οπως όλοι οι φονταμενταλισμοί, έτσι και αυτός αρνείται την αμφιβολία και αποφεύγει να αναγνωρίσει τους κινδύνους που κυοφορεί. Ο άνθρωπος, όμως, θα έπρεπε να έχει το θάρρος να κοιτάζει κατά πρόσωπο τη Μέδουσα της προόδου, επειδή μόνον έτσι μπορεί να προσπαθήσει να αποφύγει την καταστροφή που μας απειλεί».
- Με ποιον τρόπο;
«Το ζητούμενο σίγουρα δεν είναι να ταχθούμε κατά της προόδου, αλλά μόνο να αντιληφθούμε τα όριά της και τους κινδύνους της. Δυστυχώς η επιστήμη είναι πάντοτε τραγική, αλλά αυτό είναι ένα δεδομένο που εμείς πάντοτε παραγνωρίζαμε, πληρώνοντας έπειτα τις συνέπειες. Το ολικό ατύχημα αποτελεί ήδη μέρος του ορίζοντα των προσδοκιών μας. Ιδού γιατί οφείλουμε να αναρωτηθούμε μέχρι ποιο σημείο είμαστε διατεθειμένοι να φτάσουμε. Η πρόοδος συνεπάγεται εξ ορισμού την αποδοχή ενός κινδύνου. Σήμερα όμως ορισμένοι κίνδυνοι δεν μπορούν να γίνουν πλέον αποδεκτοί. Χρειάζεται να σταματήσουμε, να απορρίψουμε ορισμένα σχέδια στο όνομα της αρχής της ευθύνης. Και πρέπει να έχουμε το θάρρος να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα του πεπερασμένου της τεχνικής και της επιστήμης σε σχέση με τα όρια του πλανήτη μας. Η γη και οι πόροι της είναι «πεπερασμένοι», με την έννοια ότι έχουν όρια, συνεπώς η πρόοδος και το κέρδος δεν μπορούν να είναι απεριόριστα. Οφείλουμε να θέσουμε υπό αμφισβήτηση την κυρίαρχη τεχνολογική ευφορία. Μόνον έτσι ίσως μπορέσουμε να σωθούμε».
7 - 27/06/2004
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 13, 2004
Στον αστερισμό του μεταφορντισμού
ΑΚΗΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
Μολονότι είναι νωρίς, θα αποτολμήσω μία πρόβλεψη: η διαδοχή
του Σημίτη από τον Γιώργο Παπανδρέου είναι ένα από τα σημαντικότερα
γεγονoτα της πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας μετά το 1974.
Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι φυσικά αυθαίρετος, αλλά όχι περισσότερο
απ’ ό,τι οποιαδήποτε περιοδολόγηση.
Με αυτόν πάντως δεν αναφέρομαι στο αν η εξέλιξη αυτή είναι ευχάριστη
ή δυσάρεστη, αλλά μόνο στη σημασία της, όπως λέει και η λέξη.
Η σημασία λοιπόν αυτή έγκειται στο ότι αποτελεί την πρώτη συγκροτημένη
προσπάθεια του πολιτικού προσωπικού του ελληνικού αστικού κράτους να
προσαρμοστεί στο μεταφορντισμό.
Δεν πρόκειται λοιπόν καθόλου για μια αλλαγή «επικοινωνιακή και όχι
πολιτική», για «νέα σελίδα σε παλιό βιβλίο»(1) , όπως βιάστηκαν να
ισχυριστούν μερικοί/-ές. Ο Παπανδρέου συνιστά μια αλλαγή επικοινωνιακή
και γι' αυτό πολιτική. Η κατεξοχήν πολιτική σήμερα είναι η επικοινωνία. Όποιος
λέει ότι η αθλητική φόρμα, το λαπ τοπ και το Ίντερνετ είναι «επιφανειακά»
πράγματα τα οποία έχουν στόχο να «αποσπάσουν το λαό» από τα «πραγματικά
προβλήματα», βασίζεται στην εργαλειακή αντίληψη της ιδεολογίας ως απάτης
και σε μία αφελή μεταφυσική ουσίας-φαινομένου. Δεν υπάρχει μία «ψευδής»
και μία «γνήσια» πολιτική, ένα «επιφαινόμενο» και μία «λανθάνουσα ουσία»
της πολιτικής κρυμμένη κάπου στο βάθος. Η μόνη «ουσία», ή μάλλον η εργασία
της πολιτικής, η λειτουργία και το διακύβευμά της, είναι η οργάνωση της
συναίνεσης και η ενσωμάτωση των λαϊκών μαζών στη διαδικασία καπιταλιστικής
αξιοποίησης. Και για την εκπλήρωση της λειτουργίας αυτής ο Παπανδρέου
προτείνει μία νέα στρατηγική.
Τα νέα δεδομένα
Αν κοιτάξουμε τα πρώτα δείγματα του λόγου του Γ. Παπανδρέου (ή των
συμβούλων του, λίγη σημασία έχει), θα διαπιστώσουμε ότι δεν είναι καθόλου
απολίτικος(2) , αλλά αντίθετα είναι ο λόγος κάποιου που έχει καταλάβει πολύ
καλά δυο-τρία πράγματα από τη νέα φάση στην οποία έχει ήδη μπει ο παγκόσμιος
καπιταλισμός και οι αντιστάσεις σε αυτόν.
Τι έχει καταλάβει;
• Την κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, των κομμάτων πρωτοπορί
ας και των κομμάτων γενικά.
Οι εκλογές και το κομματικό σύστημα στη νέα εποχή παύουν πλέον να είναι το
ύψιστο και το κομβικό σημείο παραγωγής πολιτικής, όπως δείχνουν οι αγώνες
και αντιστάσεις των μαζών τα τελευταία ένα-δύο χρόνια σε μια σειρά από χώρες,
πολύ διαφορετικές μεταξύ τους (Αργεντινή, βόρεια Κύπρος, Σερβία, Βολιβία,
Γεωργία).
• Τη σημασία της γνώσης/πληροφορίας και της επικοινωνίας για τις σύγχρον
ες παραγωγικές, μορφωτικές και πολιτικές διαδικασίες. Οι διαδικασίες εξάλλου
αυτές, ακριβώς λόγω του ρόλου της πληροφορίας, αρχίζουν να μην είναι τόσο
στεγανά διαχωρισμένες μεταξύ τους όσο ήτανε στον φορντικό-κεϋνσιανό
καπιταλισμό (3) .
• Το γεγονoς oτι, εν όψει των ανωτέρω εξελίξεων, αποκτούν αύξοντα ρόλ
ο οι οριζόντιες και ανοικτές δομές δικτύωσης, εις βάρος των κάθετων και κλειστών
δομών εντολής και αντιπροσώπευσης.
Οι αναφορές του Παπανδρέου στο «αποκεντρωμένο κόμμα» και τη συμμετοχική
δημοκρατία, στη σύνδεση παιδείας-εργασίας, στις ΜΚΟ, στην ένταξη των μεταναστών,
στον Αμάρτυα Σεν κ.λπ. αποτελούν ακριβώς προσπάθεια προσαρμογής και ανταπόκρισης
στις νέες συνθήκες. Πρόκειται λοιπόν για ένα μετασχηματισμό με ουσιαστικές
συνέπειες και όχι (μόνο) για εκλογικίστικο τέχνασμα ή για «υποκριτικό λαϊκισμό».
Εμείς τι κάνουμε;
Απέναντι στην εξέλιξη αυτή, η αριστερά, αν κρίνουμε τουλάχιστον από τις πρώτες
της αντιδράσεις, έδειξε κάπως αμήχανη. Ενστικτωδώς, η πρώτη μας αντίδραση
πήγασε από μία παλιά και εδραιωμένη συνήθεια που συνόδευσε τα αριστερά κόμματα
καθ’ όλο τον 20ό αιώνα: ότι το να κάνεις πολιτική σημαίνει πρωτίστως να έχεις
παράπονα, να ψέγεις, να έρχεσαι σε αντίθεση με κάποιον άλλο –και ιδίως αυτόν που
έχει ή διεκδικεί την εξουσία. Έτσι, αρχίσαμε να ψάχνουμε στα λεγόμενα του
Παπανδρέου –ή και, ενίοτε, σε αυτά που υποθέτουμε ότι σίγουρα θα σκέφτεται από
μέσα του έστω και αν δεν τα λέει- για να δούμε πώς μπορούμε να τα απαξιώσουμε και
τι επικρίσεις μπορούμε να τους προσάψουμε.
Υφολογικά, η αντίδραση αυτή βασίζεται στο πρότυπο του εισαγγελέα.
Επί της ουσίας, το πολιτικό σκεπτικό της (όποτε υπήρχε) δεν φαίνεται να ξεπερνάει το
επίπεδο μιας νοσταλγίας του κεϋνσιανισμού. Είναι δηλαδή σαν να λέμε: «μη μας βάζετε
καινούρια, προτιμάμε τα παλιά δεινά επειδή τουλάχιστον τα ξέρουμε» (4) .
Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ανανεωτική αριστερά στην Ελλάδα, μολονότι συμμετέχει με
ενθουσιασμό στο κίνημα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, φαίνεται
δύσπιστη, αν όχι και ευθέως εχθρική σε μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες επεξεργασίες
που αναπτύσσονται στους κόλπους του. Ενώ, κατά παράδοξο τρόπο, η αναδυόμενη
ηγετική μερίδα του σοσιαλ-φιλελευθερισμού δείχνει να αξιοποιεί καλύτερα τα διδάγματα
από τον τελευταίο κύκλο αγώνων και αντιστάσεων.
Ίσως αυτό να μην είναι και τόσο παράδοξο. Αποτελεί παλαιό «αξίωμα» του ιταλικού
εργατισμού ότι «η αντίσταση έρχεται πρώτα», ότι οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού
οφείλονται (και) στους αγώνες των μαζών, στη συλλογική επινοητικότητά τους.
Παλιότερα λέγαμε ότι ο καπιταλισμός έχει τη δύναμη να «διαστρεβλώνει» και να
«ενσωματώνει τα λαϊκά αιτήματα». Δεν πρόκειται όμως ούτε καν γι’ αυτό: κατά το πρότυπο
των ανατολικών πολεμικών τεχνών, η καπιταλιστική εξουσία χρησιμοποιεί τη δύναμη
του αντιπάλου, δηλαδή της ζωντανής εργασίας και των αντιστάσεών της, στηρίζεται σε
αυτή, την έχει ως προϋπόθεση –περίπου όπως ο σέρφερ καβαλάει πάνω στο κύμα και
πηγαίνει μπροστά με μια ταχύτητα και με μία δύναμη η οποία δεν είναι η δική του, αλλά
του κύματος.
Η αριστερά δεν δείχνει να το καταλαβαίνει αυτό και νομίζει ότι το καθήκον της είναι να
πάει κόντρα σε αυτή την κίνηση του σέρφερ, να τον γυρίσει προς τα πίσω.
Στην πραγματικότητα πρέπει να κάνουμε το ακριβώς αντίθετο: να σπρώξουμε ακόμα
περισσότερο, να επιταχύνουμε τόσο ώστε να μην μπορεί να ακολουθήσει ο σέρφερ, να
τον πετάξουμε και να υπάρχουμε μόνοι μας ως κύμα χωρίς κανέναν να μας καβαλάει.
Αλλιώς, κινδυνεύουμε να καταγραφούμε ως συντηρητική-αμυντική δύναμη και παραχωρούμε
στον αντίπαλο την αίγλη του ριζοσπάστη, αυτού που φέρνει το καινούριο.
Η αριστερά, εκ πρώτης όψεως και βραχυπρόθεσμα, φαίνεται να βρίσκεται υπό (εκλογική)
πίεση εξαιτίας των κινήσεων αυτών. Υποστηρίζω όμως ότι, την ίδια στιγμή, το νέο τοπίο
παρουσιάζει ενδιαφέρουσες δυνατότητες για μας. Στο κάτω κάτω, η αριστερά –και ιδίως
η δική μας αριστερά- ήταν αυτή που παρακολούθησε από κοντά και από την πρώτη στιγμή
τις διεργασίες των Φόρουμ και των νέων κινημάτων. Δεν έχει λοιπόν παρά να αντλήσει τα
απαιτούμενα συμπεράσματα από τη συμμετοχή της αυτή και να τα ενσωματώσει στην πολιτική
της κατά επιθετικό τρόπο, όπως κάνει ήδη ο Παπανδρέου για τον αστισμό. Ίσως έτσι
καταφέρουμε κάποτε να ξαναεπινοήσουμε έναν κομμουνισμό για τον 21ο αιώνα.
Πιο πρακτικά …
Τα ανωτέρω μπορεί να ακούγονται κάπως αφηρημένα –και ίσως είναι πράγματι. Δεν είναι
υπόθεση ενός άρθρου να υποδείξει τι πρέπει να περιλαμβάνει ένα εκλογικό πρόγραμμα.
Ενδεικτικά, όμως, για να γίνω κάπως πιο συγκεκριμένος, σκέφτομαι ότι η ριζοσπαστική αριστερά,
στις προσεχείς εκλογές ή/και μετά απ’ αυτές, θα μπορούσε να μιλήσει για μερικά από τα θέματα
που έχει αναδείξει παγκόσμια το «κίνημα των κινημάτων» και να προσπαθήσει να τα διαμορφώσει
σε πολιτικές προτάσεις-αιτήματα, να τα εισαγάγει στην πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα. Και,
πάνω απ’ όλα, το βασικό θέμα της αμφισβήτησης της διανοητικής ιδιοκτησίας στις διάφορες
μορφές της.
Για παράδειγμα: θα μπορούσαμε να ζητήσουμε
- Δωρεάν Ίντερνετ καφέ, υπολογιστές (και εκπαίδευση σε αυτούς) σε όλα τα σχολεί
α, εγκατάσταση του Linux σε όλη τη δημόσια διοίκηση σε αντικατάσταση των πακέτων της
Μάικροσοφτ, υποστήριξη του ελεύθερου εις βάρος του εμπορευματικού λογισμικού σε όλη
την Ελλάδα και στα διεθνή φόρα.
- Ελεύθερη διάθεση των γενόσημων φαρμάκων, όπως αυτά που κατασκεύασαν η Ινδί
α, η Βραζιλία, η Νότια Αφρική κ.λπ. χωρίς την πατέντα των φαρμακευτικών πολυεθνικών και
τελικά τα διέθεσαν παρά το κυνήγι του ΠΟΕ.
- Καμπάνια με τίτλο «Η πειρατεία απελευθερώνει τη μουσική, η κουλτούρα είναι δωρεά
ν, η μουσική είναι δικαίωμα και όχι εμπόρευμα». Πολιτική και νομική στήριξη στους Νιγηριανούς
που πουλάνε πειρατικά CD (αυτό έχει και αντιρατσιστική χροιά), ανεμπόδιστη χρήση και ανταλλαγή
mp3, καμία δίωξη για αντιγραφή λογισμικού και έργων τέχνης. Πρόκειται ούτως ή άλλως για μια
πρακτική που ακολουθείται ευρέως από χιλιάδες χρήστες, ιδίως νέους/-ες, υπό συνθήκες
ημιπαρανομίας. Νομίζω ότι θα ήταν χρήσιμο να βγούμε και να πούμε δημοσίως ότι η πρακτική
αυτή δεν έχει τίποτε το μεμπτό. Όχι μόνο δεν έχει τίποτε το μεμπτό, αλλά είναι και κάτι που το
επικροτούμε και το διεκδικούμε πολιτικά ως αυθόρμητη πρακτική αμφισβήτησης της ιδιοκτησίας,
δηλαδή εκδήλωση της υλικής τάσης του κομμουνισμού –εφόσον βασίζεται στη γενναιοδωρία,
στο μοίρασμα και στην υπέρβαση της εμπορευματικής σχέσης και της μεσολάβησης του χρήματος.
Τα παραπάνω είναι απλώς παραδείγματα. Άλλοι μπορούν να σκεφτούν και άλλα. Σε στρατηγικό
επίπεδο, αυτό που κυρίως ήθελα να πω είναι ότι, σε σύγκριση με μία φραστική και, τελικά,
ηθικολογική καταγγελία του «υποκριτικού» και «απατηλού» χαρακτήρα των ανοιγμάτων του
Γ. Παπανδρέου στη νεολαία, πολύ πιο αποτελεσματική θα ήταν η έμπρακτη κριτική των
ανοιγμάτων αυτών. Αντί να τοποθετούμαστε (αρνητικά) στα ζητήματα που αυτός θέτει στην
ημερήσια διάταξη, να προσπαθήσουμε, επιθετικά, να μεταφέρουμε το παιχνίδι σε ένα έδαφος
πιο ευνοϊκό για μας, σε ένα έδαφος όπου αυτός δεν είναι σε θέση να μας ακολουθήσει.
Αντί να λέμε το αντίθετο απ’ αυτό που λέει αυτός, ας πούμε με θετικό τρόπο κάτι δικό μας.
Αντί να μείνουμε στην αμυντική/συντηρητική λογική τού «τίποτα δεν άλλαξε», ας
συνειδητοποιήσουμε ότι σχεδόν τα πάντα άλλαξαν ή πρόκειται να αλλάξουν σύντομα στον τρόπο
με τον οποίο ασκείται η πολιτική, και ότι στην αλλαγή συμβάλαμε κι εμείς. Ας προσπαθήσουμε να
αλλάξουν περισσότερο και ριζικότερα!
(1)Χαρακτηρισμός του Παντελή Μπουκάλα από σημείωμά του στην «Καθημερινή».
(2)Όπως υποστηρίζει το πρωτοσέλιδο της «Εποχής», 11.1.2004.
(3)Για μια ανάπτυξη του σημείου αυτού βλ. ενδεικτικά Maurizio Lazzarato, Brian Holmes και
Christophe d'Hallivilee, «Όχι στην πολιτιστική εξαίρεση και τα πνευματικά δικαιώματα», http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=183189
(4)Το πνεύμα αυτό δυστυχώς χαρακτηρίζει όλο και πιο έντονα την παρέμβαση της ανανεωτικής
αριστεράς στο σύνολό της, τόσο στο πρακτικό όσο και στο θεωρητικό επίπεδο• η τάση δηλαδή να
λέμε «τα πράγματα μένουν ίδια, δεν υπάρχει καμία μεταβολή στην κοινωνία, όλοι οι σχετικοί
ισχυρισμοί είναι μύθοι». Για ένα πρόσφατο παράδειγμα από πολλά δυνατά, βλέπε Θανάσης Αλεξίου,
«Ο μύθος του κοινωνικού μισθού», Πολίτης τ. 117 (Δεκέμβριος 2003), σ. 12: «Η αντίληψη πως
η εργασία μειώνεται, σε συνάρτηση με την αντιμετώπιση της εργασίας όχι ως ανθρωπολογικής
κατηγορίας, δηλαδή ως στοιχείου που δημιουργεί την κοινωνία, αλλά ως μιας δραστηριότητας,
δίπλα σε άλλες (επικοινωνιακή, γλωσσική κ.λπ.) σημαίνει ουσιαστικά και παραίτηση από το εγχείρημα
αλλαγής του τρόπου οργάνωσης της εργασίας, με την έννοια του ελέγχου της παραγωγής από την
κοινωνία» (η υπογράμμιση δική μου). Η πρόταση αυτή είναι σαν να λέει το εξής παράδοξο: «επειδή
εγώ θέλω να μετασχηματίσω την εργασία, αρνούμαι να δεχθώ ότι η εργασία έχει υποστεί
μετασχηματισμούς». Με άλλα λόγια: «εύχομαι να μην έχει αλλάξει η πραγματικότητα επειδή θέλω
να την αλλάξω εγώ».
Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» 13.2.2004
Κυριακή, Ιανουαρίου 11, 2004
Η προϊστορία της παγκοσμιοποίησης
από το Θανάση Γιαλκέτση
Η Σούζαν Μπέρτζερ είναι καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) στις ΗΠΑ. Η συνέντευξη που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Esprit» με αφορμή τη γαλλική έκδοση του βιβλίου της «Notre premiere mondialisation» (Seuil 2003).
- Στο βιβλίο σας -μια μελέτη που μας θυμίζει ότι πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο οι βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες είχαν ήδη γνωρίσει μια φάση έντονων οικονομικών συναλλαγών- αναλύετε τις διαφορές ανάμεσα σε κείνη την περίοδο και την τωρινή, αλλά και επιμένετε στις πολιτικές σκέψεις που υποκίνησε η παγκοσμιοποίηση ιδιαίτερα στο σοσιαλιστικό ρεύμα. Η πρώτη παγκοσμιοποίηση (1870-1914) αντιστοιχεί σε μια περίοδο όπου οι ευρωπαϊκές χώρες σημαδεύονταν από την αποικιοκρατική τους ιδεολογία. Ενα τμήμα της αριστεράς ασκεί σήμερα κριτική στην παγκοσμιοποίηση σαν μια μορφή νεοαποικιοκρατίας. Μπορεί η αριστερά να βρει στην προπολεμική παράδοση έναν άλλο τρόπο για να τοποθετείται απέναντι στις χώρες του Νότου;
- Στην εποχή της πρώτης παγκοσμιοποίησης τα κόμματα της αριστεράς και τα συνδικάτα τάσσονταν κατά της αποικιοκρατίας. Είναι γνωστές οι σπουδαίες ομιλίες του Ζαν Ζορές εναντίον των γαλλικών επεμβάσεων στο Μαρόκο και αλλού. Αλλά οι σοσιαλιστές έκαναν σαφή διάκριση ανάμεσα στις καταστάσεις όπου είχαμε να κάνουμε με ιμπεριαλιστικό επεκτατισμό της Γαλλίας και άλλων χωρών και στις πολύ διαφορετικές περιπτώσεις εξαγωγών κεφαλαίων, για παράδειγμα στη Ρωσία. Για τους σοσιαλιστές οι εξαγωγές κεφαλαίων προς χώρες όπως η Ρωσία σηματοδοτούσαν το άνοιγμα της διεθνούς οικονομίας.
Αυτό το άνοιγμα προσέφερε τη δυνατότητα σε πληθυσμούς έξω από τα σύνορά μας να επωφεληθούν από μιαν ανάπτυξη και από μιαν επέκταση της βιομηχανικής οικονομίας, που μέχρι τότε ευνοούσαν μόνον ένα περιορισμένο αριθμό χωρών. Οι σοσιαλιστές και τα συνδικάτα έβλεπαν επομένως το άνοιγμα των συνόρων σαν μια όψη της διεθνούς αλληλεγγύης.
Μπορούμε σήμερα να θεωρήσουμε την παγκοσμιοποίηση σαν ένα νεοαποικιοκρατικό εγχείρημα; Αν παρατηρήσουμε τις αναπτυσσόμενες χώρες που έχουν επωφεληθεί περισσότερο από την παγκοσμιοποίηση, όπως η Κίνα, είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο. Οι κινέζοι ηγέτες ελέγχουν καλά τα σύνορά τους (παράδειγμα η αντίστασή τους απέναντι στην ασιατική οικονομική κρίση) και μπορούν να υποχρεώνουν τις ξένες επιχειρήσεις να προχωρούν σε μεταφορές τεχνολογίας.
Μια μορφή νεοαποικιοκρατίας υπάρχει στην αμερικανική συμπεριφορά στη Λατινική Αμερική ή στη γαλλική συμπεριφορά στην Αφρική. Χρειάζεται ωστόσο να διακρίνουμε τις δυο καταστάσεις και να μη συγχέουμε αδικαιολόγητα τα προβλήματα. Η ιδέα σύμφωνα με την οποία θα μπορούσαμε να επιλύσουμε το πρόβλημα της φτώχειας των δυο τρίτων του παγκόσμιου πληθυσμού, καθιερώνοντας δασμολογικά εμπόδια στις χώρες μας, δεν είναι αξιόπιστη. Οι μόνες γνωστές περιπτώσεις χωρών που βελτίωσαν το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού τους μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είναι εκείνες οι χώρες που μπόρεσαν να επωφεληθούν από το άνοιγμα των συνόρων τους.
- Θυμίζετε στο βιβλίο σας τα επιχειρήματα που ωθούσαν τους σοσιαλιστές στις αρχές του προηγούμενου αιώνα να τάσσονται υπέρ της παγκοσμιοποίησης: προοπτική βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των εργατών (οικονομικό επιχείρημα) και πάλη ενάντια στον εθνικισμό (πολιτικό επιχείρημα). Οι σοσιαλιστές θα μπορούσαν να επαναλάβουν σήμερα παρόμοια επιχειρήματα ή η επιχειρηματολογία τους πρέπει να αλλάξει εξαιτίας της μεταβολής του ιστορικού πλαισίου;
- Βλέπω ταυτόχρονα μια πιθανή συνέχεια και αναγκαίες αλλαγές. Πρώτα η συνέχεια: οι προπολεμικοί σοσιαλιστές είχαν κατανοήσει ότι ήταν δυνατό να φανταστούν πολιτικές αναδιανομής ταυτόχρονα με το άνοιγμα στη διεθνή οικονομία. Κάθε φορά που προτεινόταν μια οικονομική ή κοινωνική μεταρρύθμιση προπολεμικά (μείωση του χρόνου εργασίας, φορολόγηση του εισοδήματος, δημιουργία ασφαλίσεων για τα εργατικά ατυχήματα κ.λπ.) ορισμένοι αντιτάσσονταν στο όνομα αυτού που δεν αποκαλούσαν ακόμα «ανταγωνιστικότητα» της Γαλλίας. Ωστόσο οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις επιβλήθηκαν χωρίς να επιβεβαιωθούν οι πιο ζοφερές προγνώσεις για τη βιομηχανική παρακμή της Γαλλίας. Σήμερα η παγκοσμιοποίηση και η Ευρώπη χρησιμοποιούνται ως άλλοθι προκειμένου να μην γίνουν οι μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ωστόσο είναι αναγκαίες αν δεν θέλουμε να υποστούν όλο το κόστος της παγκοσμιοποίησης οι πιο αδύναμοι τομείς του πληθυσμού.
Σήμερα στις ΗΠΑ, αν χάσει κάποιος τη δουλειά του, χάνει και την ιατρική του ασφάλιση, τη σύνταξή του κ.λπ. Δεν θα έχουν όλοι οι άνθρωποι μια μόνιμη απασχόληση σε όλη τους τη ζωή και είναι αναγκαίο να σκεφτούμε νέες μορφές ασφάλειας για να εξουδετερώσουμε το σοκ των οικονομικών μετασχηματισμών. Χρειάζεται επομένως να σκεφτούμε ένα νέο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, υπερασπίζοντας ταυτόχρονα το άνοιγμα των συνόρων. Αυτό είναι το μάθημα των κοινωνικών αγώνων της πρώτης παγκοσμιοποίησης.
Οι αναπτυσσόμενες χώρες αναμφίβολα έχουν ακόμη ανάγκη από έναν ορισμένο προστατευτισμό. Από την πλευρά μας χρειάζεται να αναρωτηθούμε για την επίπτωση που έχουν στον υπόλοιπο κόσμο τα μέτρα προστασίας που εμείς διατηρούμε στις χώρες μας. Το αληθινό πρόβλημα της Μπουρκίνα Φάσο δεν είναι η παγκοσμιοποίηση, αλλά οι επιδοτήσεις που παρέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε 25.000 αμερικανούς βαμβακοπαραγωγούς.
Η αναγκαία μεταβολή πηγάζει από τη μορφή που παίρνει σήμερα η παγκοσμιοποίηση. Αυτή προκαλεί ένα σημαντικό κατακερματισμό του παραγωγικού συστήματος. Δεν γίνονται πλέον σήμερα όλες οι δραστηριότητες που είναι αναγκαίες για την παραγωγή ενός προϊόντος στους κόλπους μιας κάθετα οργανωμένης επιχείρησης στο εσωτερικό των εθνικών συνόρων. Η δυσκολία μας είναι να φανταστούμε πολιτικές απασχόλησης προσαρμοσμένες σε αυτό το νέο σύστημα παραγωγής (...).
- Στο βιβλίο σας -μια μελέτη που μας θυμίζει ότι πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο οι βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες είχαν ήδη γνωρίσει μια φάση έντονων οικονομικών συναλλαγών- αναλύετε τις διαφορές ανάμεσα σε κείνη την περίοδο και την τωρινή, αλλά και επιμένετε στις πολιτικές σκέψεις που υποκίνησε η παγκοσμιοποίηση ιδιαίτερα στο σοσιαλιστικό ρεύμα. Η πρώτη παγκοσμιοποίηση (1870-1914) αντιστοιχεί σε μια περίοδο όπου οι ευρωπαϊκές χώρες σημαδεύονταν από την αποικιοκρατική τους ιδεολογία. Ενα τμήμα της αριστεράς ασκεί σήμερα κριτική στην παγκοσμιοποίηση σαν μια μορφή νεοαποικιοκρατίας. Μπορεί η αριστερά να βρει στην προπολεμική παράδοση έναν άλλο τρόπο για να τοποθετείται απέναντι στις χώρες του Νότου;
- Στην εποχή της πρώτης παγκοσμιοποίησης τα κόμματα της αριστεράς και τα συνδικάτα τάσσονταν κατά της αποικιοκρατίας. Είναι γνωστές οι σπουδαίες ομιλίες του Ζαν Ζορές εναντίον των γαλλικών επεμβάσεων στο Μαρόκο και αλλού. Αλλά οι σοσιαλιστές έκαναν σαφή διάκριση ανάμεσα στις καταστάσεις όπου είχαμε να κάνουμε με ιμπεριαλιστικό επεκτατισμό της Γαλλίας και άλλων χωρών και στις πολύ διαφορετικές περιπτώσεις εξαγωγών κεφαλαίων, για παράδειγμα στη Ρωσία. Για τους σοσιαλιστές οι εξαγωγές κεφαλαίων προς χώρες όπως η Ρωσία σηματοδοτούσαν το άνοιγμα της διεθνούς οικονομίας.
Αυτό το άνοιγμα προσέφερε τη δυνατότητα σε πληθυσμούς έξω από τα σύνορά μας να επωφεληθούν από μιαν ανάπτυξη και από μιαν επέκταση της βιομηχανικής οικονομίας, που μέχρι τότε ευνοούσαν μόνον ένα περιορισμένο αριθμό χωρών. Οι σοσιαλιστές και τα συνδικάτα έβλεπαν επομένως το άνοιγμα των συνόρων σαν μια όψη της διεθνούς αλληλεγγύης.
Μπορούμε σήμερα να θεωρήσουμε την παγκοσμιοποίηση σαν ένα νεοαποικιοκρατικό εγχείρημα; Αν παρατηρήσουμε τις αναπτυσσόμενες χώρες που έχουν επωφεληθεί περισσότερο από την παγκοσμιοποίηση, όπως η Κίνα, είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο. Οι κινέζοι ηγέτες ελέγχουν καλά τα σύνορά τους (παράδειγμα η αντίστασή τους απέναντι στην ασιατική οικονομική κρίση) και μπορούν να υποχρεώνουν τις ξένες επιχειρήσεις να προχωρούν σε μεταφορές τεχνολογίας.
Μια μορφή νεοαποικιοκρατίας υπάρχει στην αμερικανική συμπεριφορά στη Λατινική Αμερική ή στη γαλλική συμπεριφορά στην Αφρική. Χρειάζεται ωστόσο να διακρίνουμε τις δυο καταστάσεις και να μη συγχέουμε αδικαιολόγητα τα προβλήματα. Η ιδέα σύμφωνα με την οποία θα μπορούσαμε να επιλύσουμε το πρόβλημα της φτώχειας των δυο τρίτων του παγκόσμιου πληθυσμού, καθιερώνοντας δασμολογικά εμπόδια στις χώρες μας, δεν είναι αξιόπιστη. Οι μόνες γνωστές περιπτώσεις χωρών που βελτίωσαν το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού τους μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είναι εκείνες οι χώρες που μπόρεσαν να επωφεληθούν από το άνοιγμα των συνόρων τους.
- Θυμίζετε στο βιβλίο σας τα επιχειρήματα που ωθούσαν τους σοσιαλιστές στις αρχές του προηγούμενου αιώνα να τάσσονται υπέρ της παγκοσμιοποίησης: προοπτική βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των εργατών (οικονομικό επιχείρημα) και πάλη ενάντια στον εθνικισμό (πολιτικό επιχείρημα). Οι σοσιαλιστές θα μπορούσαν να επαναλάβουν σήμερα παρόμοια επιχειρήματα ή η επιχειρηματολογία τους πρέπει να αλλάξει εξαιτίας της μεταβολής του ιστορικού πλαισίου;
- Βλέπω ταυτόχρονα μια πιθανή συνέχεια και αναγκαίες αλλαγές. Πρώτα η συνέχεια: οι προπολεμικοί σοσιαλιστές είχαν κατανοήσει ότι ήταν δυνατό να φανταστούν πολιτικές αναδιανομής ταυτόχρονα με το άνοιγμα στη διεθνή οικονομία. Κάθε φορά που προτεινόταν μια οικονομική ή κοινωνική μεταρρύθμιση προπολεμικά (μείωση του χρόνου εργασίας, φορολόγηση του εισοδήματος, δημιουργία ασφαλίσεων για τα εργατικά ατυχήματα κ.λπ.) ορισμένοι αντιτάσσονταν στο όνομα αυτού που δεν αποκαλούσαν ακόμα «ανταγωνιστικότητα» της Γαλλίας. Ωστόσο οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις επιβλήθηκαν χωρίς να επιβεβαιωθούν οι πιο ζοφερές προγνώσεις για τη βιομηχανική παρακμή της Γαλλίας. Σήμερα η παγκοσμιοποίηση και η Ευρώπη χρησιμοποιούνται ως άλλοθι προκειμένου να μην γίνουν οι μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ωστόσο είναι αναγκαίες αν δεν θέλουμε να υποστούν όλο το κόστος της παγκοσμιοποίησης οι πιο αδύναμοι τομείς του πληθυσμού.
Σήμερα στις ΗΠΑ, αν χάσει κάποιος τη δουλειά του, χάνει και την ιατρική του ασφάλιση, τη σύνταξή του κ.λπ. Δεν θα έχουν όλοι οι άνθρωποι μια μόνιμη απασχόληση σε όλη τους τη ζωή και είναι αναγκαίο να σκεφτούμε νέες μορφές ασφάλειας για να εξουδετερώσουμε το σοκ των οικονομικών μετασχηματισμών. Χρειάζεται επομένως να σκεφτούμε ένα νέο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, υπερασπίζοντας ταυτόχρονα το άνοιγμα των συνόρων. Αυτό είναι το μάθημα των κοινωνικών αγώνων της πρώτης παγκοσμιοποίησης.
Οι αναπτυσσόμενες χώρες αναμφίβολα έχουν ακόμη ανάγκη από έναν ορισμένο προστατευτισμό. Από την πλευρά μας χρειάζεται να αναρωτηθούμε για την επίπτωση που έχουν στον υπόλοιπο κόσμο τα μέτρα προστασίας που εμείς διατηρούμε στις χώρες μας. Το αληθινό πρόβλημα της Μπουρκίνα Φάσο δεν είναι η παγκοσμιοποίηση, αλλά οι επιδοτήσεις που παρέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε 25.000 αμερικανούς βαμβακοπαραγωγούς.
Η αναγκαία μεταβολή πηγάζει από τη μορφή που παίρνει σήμερα η παγκοσμιοποίηση. Αυτή προκαλεί ένα σημαντικό κατακερματισμό του παραγωγικού συστήματος. Δεν γίνονται πλέον σήμερα όλες οι δραστηριότητες που είναι αναγκαίες για την παραγωγή ενός προϊόντος στους κόλπους μιας κάθετα οργανωμένης επιχείρησης στο εσωτερικό των εθνικών συνόρων. Η δυσκολία μας είναι να φανταστούμε πολιτικές απασχόλησης προσαρμοσμένες σε αυτό το νέο σύστημα παραγωγής (...).
7 - 11/01/2004
Κυριακή, Νοεμβρίου 23, 2003
Ο πολιτισμός της τηλεόρασης
από το Θανάση Γιαλκέτση
Στις 3 Οκτωβρίου, πέθανε στα 72 του χρόνια ο αμερικανός κοινωνιολόγος Νιλ Πόστμαν. Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν τα βιβλία του «Διασκέδαση μέχρι θανάτου» (Δρομέας), «Τεχνοπώλιο» και «Η πυξίδα του μέλλοντος» (Καστανιώτης).
Η συνέντευξη που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο ιταλικό περιοδικό «Reset» τον Αύγουστο του 2001.
- Καθηγητή Πόστμαν, στο βιβλίο σας «Διασκέδαση μέχρι θανάτου» οι θέσεις σας είναι η πιο κλασική διατύπωση των επιπτώσεων που προκαλεί η τηλεόραση στο δημόσιο λόγο και στην πολιτική αντιπαράθεση. Τις διατυπώσατε πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια. Στα χρόνια που ακολούθησαν φαινόταν ότι θα μειωνόταν ο ρόλος της τηλεόρασης σε όφελος νέων τεχνολογιών. Απ' ό,τι φαίνεται όμως η τηλεόραση διατηρεί έναν κυρίαρχο ρόλο στην επικοινωνία σε ολόκληρο τον κόσμο.
«Νομίζω ότι η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δύσκολη απ' ό,τι ήταν το 1986. Τουλάχιστον στην Αμερική, το να κάνει κανείς τηλεόραση σημαίνει ουσιαστικά να πουλάει το κοινό των θεατών στους διαφημιστές. Περί αυτού πρόκειται. Επομένως ο καλύτερος τρόπος για να πετύχει αυτό το αποτέλεσμα είναι απλώς το να μετατρέπει την τηλεόραση σε συνεχή και αδιάκοπη πηγή διασκέδασης. Το 1986, όταν έγραψα αυτά τα πράγματα, αυτό ήταν ήδη ολότελα φανερό. Αλλά σήμερα, στο 2001, είναι ακόμη περισσότερο πρόδηλο».
- Δεν νομίζετε ότι η τηλεόραση με την κλασική της έννοια πρόκειται να υποχωρήσει σε σημασία σε σχέση με τις άλλες μορφές ηλεκτρονικής επικοινωνίας;
«Τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι η παρακολούθηση της τηλεόρασης μειώνεται εξαιτίας της επικράτησης της τεχνολογίας των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Αυτό που άλλαξε προφανώς είναι το άνοιγμα της τηλεόρασης σε πολλά κανάλια, στη συνδρομητική τηλεόραση και σε άλλες μορφές. Ο τρόπος που βλέπουμε τηλεόραση παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό ο ίδιος, αν και δεν περιορίζεται σε τρία τέσσερα δίκτυα. Οι άνθρωποι έχουν στη διάθεσή τους δεκάδες κανάλια. Μπορεί αλλού τα πράγματα να είναι διαφορετικά, αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες οι άνθρωποι συνεχίζουν να βλέπουν τηλεόραση περίπου στα ίδια ποσοστά που έβλεπαν και πριν από τη διάδοση των ηλεκτρονικών υπολογιστών».
- Δεν αναπτύσσεται μια διαφορετική ζήτηση;
«Το κοινό στρέφεται στην τηλεόραση για όλες σχεδόν τις ανάγκες του. Αυτή είναι η κύρια έννοια που προσπάθησα να εξηγήσω στο βιβλίο μου του 1986. Θέλω να πω ότι στα άλλα μέσα, στις εφημερίδες, στον κινηματογράφο ή στα cd καταφεύγουμε για πολύ συγκεκριμένους σκοπούς. Βάζουμε ένα cd για να ακούσουμε μουσική, πηγαίνουμε στο θέατρο για να δούμε μια κωμωδία. Αλλά στην τηλεόραση στρεφόμαστε για όλα.
Η τηλεόραση έχει γίνει αυτό που εγώ ορίζω ως το κέντρο διοίκησης της κουλτούρας. Οι άνθρωποι στρέφονται στην τηλεόραση για τη θρησκεία, την πληροφόρηση, τον αθλητισμό, την πολιτική. Η τηλεόραση προμηθεύει τα πάντα και το πρόβλημα γεννιέται από το γεγονός ότι, από τη στιγμή που η τηλεόραση αναφέρεται ουσιαστικά στη διασκέδαση, την ψυχαγωγία, όλες αυτές οι μορφές -η θρησκεία, η πολιτική κ.λπ.- καταλήγουν να γίνονται ψυχαγωγία. Αυτό είναι το πρόβλημα. Η κριτική μου στρέφεται ενάντια στο γεγονός ότι η πληροφόρηση, η θρησκεία, η μουσική και άλλοι σοβαροί τομείς του πολιτισμού γίνονται ψυχαγωγία και μετατρέπονται σε πηγές διασκέδασης. Τα δελτία ειδήσεων, για παράδειγμα, σχεδιάζονται και οργανώνονται με τον ίδιο τρόπο που θα προετοιμαζόταν ένα ψυχαγωγικό πρόγραμμα με ποικιλία θεαμάτων. Αναζητούν τους πιο ελκυστικούς δημοσιογράφους και αυτοί αφιερώνουν στον κομμωτή τους τουλάχιστον τον ίδιο χρόνο με εκείνο που αφιερώνουν στην εργασία τους.
Τα δελτία ειδήσεων έχουν μουσική επένδυση και προβάλλουν τις οπτικά πιο εντυπωσιακές εικόνες, ανεξάρτητα από το αν έχουν ειδησεογραφική σημασία κ.ο.κ.».
- Στο βιβλίο σας υπάρχει ένα πολύ ωραίο κεφάλαιο για την τυπογραφική εποχή, με αναφορές κυρίως στην αμερικανική ιστορία. Οι θεμελιωτές των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν εξαιρετικοί αναγνώστες. Αυτό το κεφάλαιο θα μπορούσε να υποβληθεί σε κριτική επειδή εξιδανικεύει τα πράγματα.
« Δεν είστε ο πρώτος που μου λέει ότι το πορτρέτο με το οποίο σκιαγράφησα την εποχή του έντυπου λόγου είναι μάλλον ιδεαλιστικό. Ο,τι και να πει κανείς, είναι φανερό ότι υπήρχαν πάρα πολλά πράγματα που δεν πήγαιναν καλά στην εποχή που ο τύπος καθόριζε τον τρόπο σκέψης. Αλλά οι κοινωνικές και φιλοσοφικές ιδέες, που σήμερα θεωρούμε δεδομένες, υπήρξαν το προϊόν ενός κόσμου προσανατολισμένου με βάση τον τύπο. Ακόμη και τα πρόσωπα που επινόησαν τις νέες τεχνολογίες -από το ραδιόφωνο ώς την τηλεόραση και από τα αεροπλάνα ώς τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές- όλα αυτά τα πρόσωπα εκπαιδεύτηκαν σχεδόν αποκλειστικά από την πένα, το χαρτί και τα βιβλία. Ο ίδιος ο Μπιλ Γκέιτς έχει δεχθεί μιαν εκπαίδευση που βασίζεται κατά μεγάλο μέρος στον γραπτό λόγο.
Ο γραπτός λόγος συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός νέου τρόπου σκέψης, που κατέστησε δυνατή την κατανόηση του σύγχρονου κόσμου. Χωρίς τον τύπο δεν νομίζω ότι θα μπορούσαμε να έχουμε όχι μόνο την τεχνολογία που διαθέτουμε, αλλά ούτε και τις πολιτικές και κοινωνικές ιδέες που συνεχίζουν να μας εμπνέουν. Στον 18ο αιώνα, για παράδειγμα, υπήρχε η δουλεία και υπήρχαν τυραννικές κυβερνήσεις. Οι άνθρωποι υποχρέωναν τα παιδιά να εργάζονται στα εργοστάσια από την αυγή ώς τη δύση. Αλλά στην εποχή του τύπου, όλες αυτές οι λαθεμένες ιδέες εξαλείφθηκαν και οι άνθρωποι άρχισαν να σκέφτονται με διαφορετικό τρόπο χάρη στη νοημοσύνη του έντυπου λόγου (...)».
Η συνέντευξη που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο ιταλικό περιοδικό «Reset» τον Αύγουστο του 2001.
- Καθηγητή Πόστμαν, στο βιβλίο σας «Διασκέδαση μέχρι θανάτου» οι θέσεις σας είναι η πιο κλασική διατύπωση των επιπτώσεων που προκαλεί η τηλεόραση στο δημόσιο λόγο και στην πολιτική αντιπαράθεση. Τις διατυπώσατε πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια. Στα χρόνια που ακολούθησαν φαινόταν ότι θα μειωνόταν ο ρόλος της τηλεόρασης σε όφελος νέων τεχνολογιών. Απ' ό,τι φαίνεται όμως η τηλεόραση διατηρεί έναν κυρίαρχο ρόλο στην επικοινωνία σε ολόκληρο τον κόσμο.
«Νομίζω ότι η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δύσκολη απ' ό,τι ήταν το 1986. Τουλάχιστον στην Αμερική, το να κάνει κανείς τηλεόραση σημαίνει ουσιαστικά να πουλάει το κοινό των θεατών στους διαφημιστές. Περί αυτού πρόκειται. Επομένως ο καλύτερος τρόπος για να πετύχει αυτό το αποτέλεσμα είναι απλώς το να μετατρέπει την τηλεόραση σε συνεχή και αδιάκοπη πηγή διασκέδασης. Το 1986, όταν έγραψα αυτά τα πράγματα, αυτό ήταν ήδη ολότελα φανερό. Αλλά σήμερα, στο 2001, είναι ακόμη περισσότερο πρόδηλο».
- Δεν νομίζετε ότι η τηλεόραση με την κλασική της έννοια πρόκειται να υποχωρήσει σε σημασία σε σχέση με τις άλλες μορφές ηλεκτρονικής επικοινωνίας;
«Τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι η παρακολούθηση της τηλεόρασης μειώνεται εξαιτίας της επικράτησης της τεχνολογίας των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Αυτό που άλλαξε προφανώς είναι το άνοιγμα της τηλεόρασης σε πολλά κανάλια, στη συνδρομητική τηλεόραση και σε άλλες μορφές. Ο τρόπος που βλέπουμε τηλεόραση παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό ο ίδιος, αν και δεν περιορίζεται σε τρία τέσσερα δίκτυα. Οι άνθρωποι έχουν στη διάθεσή τους δεκάδες κανάλια. Μπορεί αλλού τα πράγματα να είναι διαφορετικά, αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες οι άνθρωποι συνεχίζουν να βλέπουν τηλεόραση περίπου στα ίδια ποσοστά που έβλεπαν και πριν από τη διάδοση των ηλεκτρονικών υπολογιστών».
- Δεν αναπτύσσεται μια διαφορετική ζήτηση;
«Το κοινό στρέφεται στην τηλεόραση για όλες σχεδόν τις ανάγκες του. Αυτή είναι η κύρια έννοια που προσπάθησα να εξηγήσω στο βιβλίο μου του 1986. Θέλω να πω ότι στα άλλα μέσα, στις εφημερίδες, στον κινηματογράφο ή στα cd καταφεύγουμε για πολύ συγκεκριμένους σκοπούς. Βάζουμε ένα cd για να ακούσουμε μουσική, πηγαίνουμε στο θέατρο για να δούμε μια κωμωδία. Αλλά στην τηλεόραση στρεφόμαστε για όλα.
Η τηλεόραση έχει γίνει αυτό που εγώ ορίζω ως το κέντρο διοίκησης της κουλτούρας. Οι άνθρωποι στρέφονται στην τηλεόραση για τη θρησκεία, την πληροφόρηση, τον αθλητισμό, την πολιτική. Η τηλεόραση προμηθεύει τα πάντα και το πρόβλημα γεννιέται από το γεγονός ότι, από τη στιγμή που η τηλεόραση αναφέρεται ουσιαστικά στη διασκέδαση, την ψυχαγωγία, όλες αυτές οι μορφές -η θρησκεία, η πολιτική κ.λπ.- καταλήγουν να γίνονται ψυχαγωγία. Αυτό είναι το πρόβλημα. Η κριτική μου στρέφεται ενάντια στο γεγονός ότι η πληροφόρηση, η θρησκεία, η μουσική και άλλοι σοβαροί τομείς του πολιτισμού γίνονται ψυχαγωγία και μετατρέπονται σε πηγές διασκέδασης. Τα δελτία ειδήσεων, για παράδειγμα, σχεδιάζονται και οργανώνονται με τον ίδιο τρόπο που θα προετοιμαζόταν ένα ψυχαγωγικό πρόγραμμα με ποικιλία θεαμάτων. Αναζητούν τους πιο ελκυστικούς δημοσιογράφους και αυτοί αφιερώνουν στον κομμωτή τους τουλάχιστον τον ίδιο χρόνο με εκείνο που αφιερώνουν στην εργασία τους.
Τα δελτία ειδήσεων έχουν μουσική επένδυση και προβάλλουν τις οπτικά πιο εντυπωσιακές εικόνες, ανεξάρτητα από το αν έχουν ειδησεογραφική σημασία κ.ο.κ.».
- Στο βιβλίο σας υπάρχει ένα πολύ ωραίο κεφάλαιο για την τυπογραφική εποχή, με αναφορές κυρίως στην αμερικανική ιστορία. Οι θεμελιωτές των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν εξαιρετικοί αναγνώστες. Αυτό το κεφάλαιο θα μπορούσε να υποβληθεί σε κριτική επειδή εξιδανικεύει τα πράγματα.
« Δεν είστε ο πρώτος που μου λέει ότι το πορτρέτο με το οποίο σκιαγράφησα την εποχή του έντυπου λόγου είναι μάλλον ιδεαλιστικό. Ο,τι και να πει κανείς, είναι φανερό ότι υπήρχαν πάρα πολλά πράγματα που δεν πήγαιναν καλά στην εποχή που ο τύπος καθόριζε τον τρόπο σκέψης. Αλλά οι κοινωνικές και φιλοσοφικές ιδέες, που σήμερα θεωρούμε δεδομένες, υπήρξαν το προϊόν ενός κόσμου προσανατολισμένου με βάση τον τύπο. Ακόμη και τα πρόσωπα που επινόησαν τις νέες τεχνολογίες -από το ραδιόφωνο ώς την τηλεόραση και από τα αεροπλάνα ώς τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές- όλα αυτά τα πρόσωπα εκπαιδεύτηκαν σχεδόν αποκλειστικά από την πένα, το χαρτί και τα βιβλία. Ο ίδιος ο Μπιλ Γκέιτς έχει δεχθεί μιαν εκπαίδευση που βασίζεται κατά μεγάλο μέρος στον γραπτό λόγο.
Ο γραπτός λόγος συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός νέου τρόπου σκέψης, που κατέστησε δυνατή την κατανόηση του σύγχρονου κόσμου. Χωρίς τον τύπο δεν νομίζω ότι θα μπορούσαμε να έχουμε όχι μόνο την τεχνολογία που διαθέτουμε, αλλά ούτε και τις πολιτικές και κοινωνικές ιδέες που συνεχίζουν να μας εμπνέουν. Στον 18ο αιώνα, για παράδειγμα, υπήρχε η δουλεία και υπήρχαν τυραννικές κυβερνήσεις. Οι άνθρωποι υποχρέωναν τα παιδιά να εργάζονται στα εργοστάσια από την αυγή ώς τη δύση. Αλλά στην εποχή του τύπου, όλες αυτές οι λαθεμένες ιδέες εξαλείφθηκαν και οι άνθρωποι άρχισαν να σκέφτονται με διαφορετικό τρόπο χάρη στη νοημοσύνη του έντυπου λόγου (...)».
7 - 23/11/2003
Κυριακή, Αυγούστου 10, 2003
Προς μια κομμουνιστική κοινωνία της γνώσης
από το Θανάση Γιαλκέτση
- Στο νέο σας βιβλίο αμφισβητήσατε την ύπαρξη μιας καταπληκτικής κοινωνίας της γνώσης. Κατά τη γνώμη σας, η οικονομία της γνώσης και ο καπιταλισμός είναι πράγματα ασυμβίβαστα. Για ποιο λόγο;
«Επειδή στη λεγόμενη οικονομία της γνώσης οι παραδοσιακές οικονομικές παράμετροι δεν ισχύουν πλέον. Η κύρια παραγωγική δύναμη, η γνώση, δεν μπορεί να μετρηθεί με ποσοτικά κριτήρια. Η εργασιακή απόδοση που βασίζεται στη γνώση δεν μπορεί πλέον να μετριέται με ώρες εργασίας. Και παρ' όλα τα πιθανά τεχνάσματα, ο μετασχηματισμός της γνώσης σε κεφάλαιο -σε χρηματικό κεφάλαιο- συναντάει αξεπέραστα εμπόδια. Με δυο λόγια, οι τρεις θεμελιώδεις έννοιες της πολιτικής οικονομίας, η εργασία, η αξία και το κεφάλαιο, δεν μπορούν πλέον να ορίζονται με αριθμητικούς όρους ούτε και να μετριούνται με ενιαίες παραμέτρους. Επιπλέον, ακριβώς επειδή δεν μπορούν να μετρηθούν, καθιστούν όλο και πιο δύσκολη την εφαρμογή εννοιών όπως η υπεραξία, η υπερεργασία, η αξία ανταλλαγής, το ακαθάριστο κοινωνικό προϊόν. Οταν οι ειδικοί της μακροοικονομίας προσπαθούν να ποσοτικοποιήσουν με τα παραδοσιακά εργαλεία τα οικονομικά αποτελέσματα και τις τάσεις ανάπτυξης, στην πραγματικότητα προχωρούν στα τυφλά μέσα στο σκοτάδι.
Η οικονομία της γνώσης εκφράζει εκ των πραγμάτων μια βαθιά κρίση του καπιταλισμού και προεικονίζει μιαν άλλη οικονομία, μια νέα οικονομία που πρέπει να θεμελιώσουμε. Γύρω από αυτό το ζήτημα στρέφεται η συζήτηση που διεξάγεται σε παγκόσμιο επίπεδο για το τι είναι στην πραγματικότητα ο πλούτος και σε ποια κριτήρια πρέπει να αντιστοιχεί. Η οικονομία χρειάζεται όλο και περισσότερο ποιοτικές μάλλον παρά ποσοτικές παραμέτρους».
- Ο αμερικανός μελετητής Τζέρεμι Ρίφκιν, στο βιβλίο του «Η εποχή της πρόσβασης», υποστήριξε ότι το άυλο κεφάλαιο της γνώσης παίζει ένα κεντρικό ρόλο στη δημιουργία αξίας και αντιπροσωπεύει την πιο σημαντική συνιστώσα του επιχειρηματικού κεφαλαίου.
«Πράγματι, έτσι είναι. Αλλά η λέξη "γνώση" χρησιμοποιείται για να ορίσει πράγματα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, για τα οποία δεν διαθέτουμε μιαν ενιαία παράμετρο. Ας δούμε πρώτα απ' όλα τις καλλιτεχνικές ικανότητες, τη φαντασία και τη δημιουργικότητα, που βρίσκουν μεγάλη ζήτηση στη διαφήμιση, στο μάρκετινγκ, στο σχεδιασμό των προϊόντων, στην ανανέωση, δεδομένου ότι κατορθώνουν να προσδώσουν στα εμπορεύματα -ακόμη και στα πιο συνηθισμένα- μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική και συμβολική αξία. Η διαφήμιση και το μάρκετινγκ αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες ή μάλλον τη μεγαλύτερη βιομηχανία της γνώσης. Στο βαθμό που αποδίδουν στα εμπορεύματα μοναδικές και ασύγκριτες ιδιότητες, οι επιχειρήσεις μπορούν να πουλούν τα προϊόντα τους, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, με αυξημένες τιμές. Κατέχουν ένα είδος μονοπωλίου και εξασφαλίζουν έτσι μια μονοπωλιακή πρόσοδο, υπερφαλαγγίζοντας το νόμο της αξίας. Με άλλα λόγια, φρενάρουν την πτώση της αξίας ανταλλαγής των εμπορευμάτων, ακόμη κια αν αυτά παράγονται με όλο και μικρότερο κόστος με όρους χρόνου εργασίας και προσωπικού».
- Σε αυτή τη διαδικασία ποια είναι η σχέση ανάμεσα σε ειδίκευση και γνώση;
«Οι γνώσεις, με την έννοια των ειδικεύσεων και των επιστημονικών και τεχνικών μεθόδων, μπορούν να έχουν ένα παρόμοιο ρόλο, αλλά τα αποτελέσματά τους και η αξία χρήσης τους έχουν μια αρκετά πιο άμεση σημασία. Διαφορετικά από τις καλλιτεχνικές και ανανεωτικές ικανότητες, οι ειδικές γνώσεις και μέθοδοι μπορούν να μεταβιβαστούν ή να τυποποιηθούν ακόμη και ξεχωριστά από όποιον τις χρησιμοποιεί. Μπορούν να μεταγραφούν σε ψηφιακή μορφή και να αξιοποιηθούν ως πληροφορία για παραγωγικούς σκοπούς, χωρίς κάποια πρόσθετη ανθρώπινη συμβολή. Από αυτήν την άποψη, η γνώση είναι σταθερό κεφάλαιο, είναι μέσο παραγωγής. Αλλά σε σχέση με τα μέσα παραγωγής του παρελθόντος παρουσιάζει μια καθοριστική διαφορά: μπορεί να αναπαραχθεί, πρακτικά με μηδενικό κόστος, σε άπειρη ποσότητα. Οσο και αν κοστίζουν οι έρευνες για την παραγωγή της, η ψηφιοποιημένη γνώση τείνει να γίνει προσβάσιμη και αξιοποιήσιμη με μηδενικό κόστος. Αν πράγματι αναπαραχθεί και χρησιμοποιηθεί σε δισεκατομμύρια αντίγραφα, το κόστος για την παραγωγή της γίνεται πρακτικά ασήμαντο. Αυτό ισχύει για όλα τα προγράμματα του software, όπως ισχύει και για το περιεχόμενο γνώσης των φαρμάκων. Αν θέλουμε να λειτουργεί ως σταθερό κεφάλαιο και να επιτρέπει την άντληση υπεραξίας, η γνώση πρέπει να γίνει υποχρεωτικά μονοπωλιακά ιδιοκτησία, προστατευόμενη από ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που εξασφαλίζει στον κάτοχό του μια μονοπωλιακή απόδοση. Ο καθορισμός της χρηματιστηριακής τιμής του κεφαλαίου που αποτελείται από τη γνώση θα εξαρτηθεί από την προβλεπόμενη απόδοση. Σε αυτή τη βάση μπορεί να δημιουργηθούν γιγάντιες χρηματιστηριακές φούσκες, που κάποια μέρα θα εκραγούν αιφνιδιαστικά. Το χρηματιστηριακό κραχ, που ήταν προβλέψιμο ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του '90, δείχνει πόσο δύσκολο είναι να μετατρέψουμε τη γνώση σε χρηματιστικό κεφάλαιο και να το κάνουμε να λειτουργήσει ως γνωστικό κεφάλαιο».
- Είπατε ότι η οικονομία της γνώσης προεικονίζει την αναγκαιότητα μιας «άλλης οικονομίας», μιας άλλης κοινωνίας, της οποίας διαγράφεται ήδη στον ορίζοντα η πρακτική δυνατότητα.
«Ναι. Η γνώση δεν είναι ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα και δεν είναι πρόσφορο να αντιμετωπίζεται σαν ιδιωτική περιουσία. Οι κάτοχοί της δεν την στερούνται όταν την μεταβιβάζουν και σε άλλους. Οσο περισσότερο διαδίδεται η γνώση, τόσο πιο πλούσια γίνεται η κοινωνία. Από την ίδια της τη φύση, η γνώση απαιτεί να την αντιμετωπίζουμε ως ένα κοινό αγαθό, να τη θεωρούμε α priori ως το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής και συλλογικής εργασίας. Το να την ιδιωτικοποιούμε σημαίνει ότι περιορίζουμε τη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτήν, την αξία της κοινωνικής της χρήσης. Στα τελευταία δέκα ή είκοσι χρόνια αυτό φαίνεται πιο καθαρά, καθώς σε όλο τον κόσμο έχει συγκροτηθεί ένα αντικαπιταλιστικό μέτωπο πάλης ενάντια στη βιομηχανία της γνώσης, για παράδειγμα τη χημική και φαρμακευτική βιομηχανία, αλλά και εκείνη του software και ιδιαίτερα τη Microsoft.
Στην πραγματικότητα ο γνωστικός καπιταλισμός δεν περιορίζεται στο να ιδιοποιείται τη γνώση, αλλά ιδιωτικοποιεί και αυτό που είναι αδιαμφισβήτητα κοινό αγαθό, όπως το γονίδιο φυτών και ζώων ή ακόμη και το ανθρώπινο γονίδιο. Και σφετερίζεται με μηδενικό κόστος την κοινή πολιτιστική κληρονομιά, για να τη χρησιμοποιήσει ως "πολιτιστικό κεφάλαιο" ή "ανθρώπινο κεφάλαιο". Με τον όρο "ανθρώπινο κεφάλαιο" περιγράφονται κυρίως οι ανθρώπινες ικανότητες και οι μορφές γνώσης που δεν μπορούν να τυποποιηθούν και που τα άτομα αναπτύσσουν μέρα με τη μέρα στις σχέσεις τους με τους συνανθρώπους τους. Ο "γνωστικός καπιταλισμός" αξιοποιεί και εκμεταλλεύεται επομένως όχι μόνον τις ώρες εργασίας, αλλά και το χρόνο που αφιερώνουν τα άτομα στη δική τους ανθρώπινη και πολιτιστική ανάπτυξη. Ολες οι ατομικές δραστηριότητες που αναπτύσσονται έξω από το χρόνο εργασίας και αποβλέπουν στην αυτοπραγμάτωση των ατόμων μπορούν επομένως να θεωρηθούν παραγωγικές δραστηριότητες. Αυτές οι δραστηριότητες έχουν γίνει μία από τις κύριες πηγές παραγωγικότητας και δημιουργίας αξίας. Σε μιαν αληθινή κοινωνία της γνώσης η οικονομία έπρεπε να τίθεται στην υπηρεσία της κουλτούρας και της αυτοπραγμάτωσης και όχι το αντίστροφο, όπως συμβαίνει σήμερα. Εξάλλου, αυτήν την έννοια τη βρίσκουμε ήδη στον Μαρξ, ο οποίος γράφει ότι ο αληθινός πλούτος είναι "η ανάπτυξη όλης της ανθρώπινη δημιουργικότητας, που δεν μετριέται με βάση μια προκαθορισμένη παράμετρο". Πάνω σε αυτό βασίζεται η διεκδίκηση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος».
- Είπατε ότι και στο πρακτικό επίπεδο διαγράφεται μιαν άλλη οικονομία, πέρα από τον καπιταλισμό.
«Ναι, για παράδειγμα στα δίκτυα που χρησιμοποιούμε δωρεάν και στην κουλτούρα του software με ελεύθερη πρόσβαση στους κωδικούς και στις πηγές για τους χρήστες του Ιντερνετ. Εξάλλου, οι επιχειρήσεις εργάζονται ήδη σε μεγάλο βαθμό στο πλαίσιο δικτύων και συνεννοούνται μεταξύ τους όταν πρέπει να πάρουν μιαν απόφαση. Η αυτοοργάνωση, ο αυτοσυντονισμός και η ελεύθερη ανταλλαγή βρίσκονται σήμερα στη βάση της κοινωνικής παραγωγής. Και μπορούν να υλοποιούνται χωρίς να χρειάζεται ένας κεντρικός σχεδιασμός ούτε η μεσολάβηση της αγοράς. Οι παραγωγοί, που συνδέονται μεταξύ τους στο Διαδίκτυο, θα μπορούσαν να συμφωνούν εκ των προτέρων και με τρόπου που να αποβλέπει στην παραγωγή με βάση τις ανάγκες και θα μπορούσαν να αναπτύξουν την παραγωγική τους λειτουργία ως ένα σύνολο "a priori συλλογικών δραστηριοτήτων", ανταλλάσσοντας αγαθά και υπηρεσίες στα οποία δεν θα αποδίδεται ο χαρακτήρας των εμπορευμάτων. Το χρήμα θα γινόταν επομένως περιττό και από το κεφάλαιο θα αφαιρείτο έτσι η ίδια του η βάση. Δεν υποτιμώ, βέβαια, τα εμπόδια που θα συναντούσε μια παρόμοια εξέλιξη».
- Η κοινωνία της γνώσης που περιγράψατε θα ήταν μια κομμουνιστική κοινωνία...
«Ακριβώς».
- Κατηγορήσατε τους θιασώτες της τεχνητής νοημοσύνης και της τεχνητής ζωής ότι προετοιμάζουν όχι μια κοινωνία της γνώσης αλλά ένα μετα-ανθρώπινο πολιτισμό.
«Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Για παράδειγμα, ο γερμανός φιλόσοφος Εριχ Χερλ έδειξε ότι στην πορεία των τελευταίων 150 ετών η επιστήμη απομακρύνθηκε όλο και περισσότερο από την πραγματικότητα που μπορούμε να συλλάβουμε διαμέσου των αισθήσεων. Στον πραγματικό κόσμο, μια σκέψη που γίνεται όλο και περισσότερο μαθηματική φωτίζει μόνο τις δομές που μπορούν να αποδοθούν με μαθηματικούς όρους. Για παράδειγμα, η μαθηματική γλώσσα των υπολογισμών που ψηφιοποιούνται συνέβαλε στο να αποξενώσει όχι μόνο την επιστήμη αλλά και τον καπιταλισμό από τα προβλήματα του νοήματος και από τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, αποκλείοντας ως μη πραγματικό αυτό που δεν μπορεί να υπολογιστεί. Εξαιτίας αυτής της αποξένωσης, φθάσαμε σιγά σιγά σε μια περιβαλλοντική κατάσταση και σε έναν τύπο ζωής που, φυσικά και διανοητικά, δεν είναι πλέον στα μέτρα του ανθρώπου. Από αυτό οι κάτοχοι της εξουσίας συνάγουν την αναγκαιότητα να δημιουργήσουν πιο αποτελεσματικές ανθρώπινες υπάρξεις. Η τρέλα της οικονομικής και στρατιωτικής εξουσίας και η ψύχωση της αποτελεσματικότητας χρειάζονται την τεχνητή νοημοσύνη, χρειάζονται τεχνητές ανθρώπινες μηχανές. Θα μπορούμε να μιλάμε για μία κοινωνία της γνώσης μόνον όταν η επιστήμη και η οικονομία δεν θα υποτάσσονται πλέον στις επιταγές του κεφαλαίου, αλλά θα υπηρετούν πολιτικούς, κοινωνικούς, οικολογικούς και πολιτιστικούς στόχους.
7 - 10/08/2003
Κυριακή, Μαΐου 25, 2003
Παγκόσμια κοινωνία πολιτών
από το Θανάση Γιαλκέτση
- Εχετε υποστηρίξει ότι ένα από τα σημαντικά γνωρίσματα της «δεύτερης νεωτερικότητας» έγκειται στην ικανότητα των κοινωνικών παραγόντων να αναπτύσσουν στρατηγικές και να παίρνουν αποφάσεις έχοντας αναλύσει ήδη εκ των προτέρων τις πιθανές συνέπειες των ενεργειών τους...
«Στο βιβλίο μου "Η κοινωνία του ρίσκου" υποστήριζα ότι δεν υπάρχουν σίγουρες και προκαθορισμένες γραμμές ανάπτυξης. Η ουσία της κοινωνίας του ρίσκου είναι ακριβώς το απρόβλεπτο, το οποίο με τη σειρά του προκαλεί έναν αναστοχασμό των υποκειμένων για τις ενέργειες και τις συμπεριφορές τους, ακριβώς για να αμβλύνουν τα παράπλευρα αποτελέσματα της δράσης τους. Υποστήριζα -και το υποστηρίζω ακόμα- ότι αυτό οφείλεται στη διάλυση των δυϊσμών που χαρακτήριζαν τον πρώτο εκσυγχρονισμό, δυϊσμών όπως είναι τα αναλυτικά ζεύγη κοινωνία/κουλτούρα, εγώ/ο άλλος κ.λπ. Ο μεταμοντερνισμός πανηγύρισε για την κρίση αυτών των δυϊσμών, αλλά ο ενθουσιασμός του μου φαίνεται ελάχιστα κατάλληλος για να κατανοήσουμε τον κόσμο που έχουμε μπροστά μας. Σε όλα τα κοινωνικά πεδία παρακολουθούμε έναν επίπονο και επώδυνο επαναπροσδιορισμό των συνόρων ανάμεσα στο εγώ και στον άλλον, ανάμεσα σε φύση και κουλτούρα».
- Μεταξύ όλων των δυϊσμών που διαλύονται, ένας παραμένει ωστόσο σταθερός: εκείνος που αναφέρεται στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, δηλαδή στη σύγκρουση ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργατική δύναμη, που το κίνημα κριτικής στην παγκοσμιοποίηση την ορίζει ως σύγκρουση ανάμεσα σε αυτούς που κατέχουν και σε αυτούς που δεν κατέχουν εξουσία, χρήμα, φωνή. Υπάρχει ωστόσο και ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός ως πολιτικό υποκείμενο.
«Νομίζω ότι ο νεοφιλελευθερισμός πρέπει να θεωρηθεί ένα παροδικό επεισόδιο του ανακλαστικού εκσυγχρονισμού. Είχε μια λειτουργία που θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε "προοδευτική". Ανοιξε δηλαδή τα παράθυρα στον κόσμο. Αλλά επιδείνωσε ορισμένα προβλήματα. Ολη αυτή η έμφαση στην αναγκαιότητα να πέσουν τα εμπόδια που παρεμβάλλονται στην ελεύθερη αγορά, συμπεριλαμβανομένου και του συστήματος κοινωνικών εγγυήσεων που συνηθίσαμε να αποκαλούμε "κράτος πρόνοιας", συνεπέφερε υψηλότατο κοινωνικό κόστος. Θεωρώ επομένως ότι ο κοσμοπολιτισμός αντιπροσωπεύει τη λύση στα πλανητικά προβλήματα του κόσμου. Ο κοσμοπολιτισμός συνεπάγεται πράγματι πολιτισμικές επιμειξίες, την επικράτηση πολιτικών πολιτισμών που δεν αποκλείουν την ετερότητα, την επίγνωση ότι τα προβλήματα είναι παγκόσμια. Με άλλα λόγια, ο κοσμοπολιτισμός γεννάει μιαν ιδέα κοινωνίας στην οποία η ετερότητα που εκπροσωπεί ο άλλος θεωρείται ένας δυναμικός κοινωνικός παράγοντας και όχι ένας κίνδυνος, όπως αντίθετα τη θεωρούν πολλοί υποστηρικτές του νεοφιλελευθερισμού. Διαφορετική είναι η περίπτωση του θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Μου προξενεί μεγάλη εντύπωση το ότι η πιο μεγάλη στρατιωτική δύναμη του κόσμου, ίσως και της Ιστορίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες, αισθάνονται ότι απειλούνται από το θρησκευτικό φονταμενταλισμό. Στους λόγους της αμερικανικής κυβέρνησης εμφανίζεται η έμμονη ιδέα για την εθνική ασφάλεια, ενώ ούτε μια λέξη δεν αφιερώνεται για την ερμηνεία του φαινομένου. Κατά τη δική μου κρίση, ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός είναι η αντίδραση όχι όσων αντιτίθενται στην παγκοσμιοποίηση αλλά όσων αποκλείονται από αυτήν. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι και σε αυτήν την περίπτωση βρισκόμαστε μπροστά στον πολιτικό κόμβο του επαναπροσδιορισμού των συνόρων ανάμεσα σε αυτούς που είναι μέσα και σε αυτούς που είναι έξω από την παγκόσμια κοινωνία».
- Στο πολιτικό λεξικό κυριαρχεί όλο και περισσότερο ο όρος «Δύση», σαν να είχε τη δύναμη να προσδιορίζει μια μονοσήμαντη πραγματικότητα. Η υπεράσπιση της «Δύσης» και η εξαγωγή της δυτικής δημοκρατίας ήταν τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιολογηθεί ο πόλεμος ενάντια στο Ιράκ. Στο βάθος, όμως, και ο κοσμοπολιτισμός σχετίζεται πολύ με την οικουμενική ρητορική της Δύσης. Εσείς τι σκέφτεστε γι' αυτό;
«Ναι, όροι όπως "δημοκρατία" και "Δύση" χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιολογηθεί ο πόλεμος ενάντια στο Ιράκ. Και αυτό επειδή οι δύο όροι συσχετίζονταν πάντοτε. Στο βάθος η "Δύση" συνέπιπτε με την ιδέα δημοκρατικών πολιτικών καθεστώτων. Πέρα από την αμφίβολη ιστορικότητα αυτής της "θεώρησης" του κόσμου, πιστεύω ότι η επιβολή της δημοκρατίας με τον πόλεμο είναι μια κραυγαλέα αντίφαση. Ημουν αντίθετος στην αμερικανική και αγγλική στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ, αλλά πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι ο πόλεμος τροποποίησε την πραγματικότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε τη θετικότητά του. Μπορούμε όμως να δούμε στη μεταπολεμική κατάσταση μιαν ευκαιρία για να ευνοήσουμε την ανάπτυξη της δημοκρατίας στο Ιράκ. Ο μόνος πολιτικός παράγοντας που μπορεί να το κάνει αυτό είναι η Ευρώπη. Οταν μιλώ για την Ευρώπη δεν αναφέρομαι σε μια πολιτική οντότητα που προκύπτει απο το άθροισμα των εθνικών κρατών της γηραιάς ηπείρου, αλλά σε αυτό που εγώ θεωρώ "κοσμοπολιτική" τάση της Ευρώπης.
- Η Ευρώπη όμως είναι διαιρεμένη.
«Αυτή είναι η κατάσταση των σχέσεων μεταξύ των εθνικών κρατών της γηραιάς ηπείρου. Αλλά υπάρχει μια μεταβλητή που θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο σε αυτόν τον επαναπροσδιορισμό του κόσμου στον οποίο προαναφέρθηκα. Αναφέρομαι σε εκείνο το σύνολο των κοινωνικών κινημάτων που συνηθίσαμε να αποκαλούμε "παγκόσμια κοινωνία πολιτών". Τους τελευταίους μήνες είχαμε μεγάλες κινητοποιήσεις ενάντια στον πόλεμο, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική. Αν κάποιος με ρωτούσε ποιος μπορεί να αντιταχθεί στην πιο ισχυρή υπερδύναμη που γνώρισε η Ιστορία, η απάντηση θα ήταν απλή: η παγκόσμια κοινωνία πολιτών...».
7 - 25/05/2003
Κυριακή, Ιανουαρίου 12, 2003
Παγκοσμιοποίηση: οδηγίες χρήσης
από το Θανάση Γιαλκέτση
ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΕΣΠΟΖΙΤΟ
Θα ήθελα να ξεκινήσω από ένα προκαταρκτικό σημείο συμφωνίας με το τελευταίο βιβλίο του Νέγκρι (το βιβλίο «Αυτοκρατορία» που έγραψε σε συνεργασία με τον Μάικλ Χαρντ και κυκλοφόρησε πρόσφατα στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις Scripta). Παρά τα τραγικά γεγονότα που άλλαξαν δραστικά τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, και για μένα η παγκοσμιοποίηση καθαυτή φαίνεται να είναι μια ολική και μη αναστρέψιμη διαδικασία. Ολική με την έννοια ότι είναι η μορφή -όχι μόνον η οικονομική ή τεχνολογική αλλά και η λογική και οντολογική- που έχει πάρει σήμερα ο κόσμος.
Παγκοσμιοποίηση, νοούμενη με φιλοσοφικούς όρους, σημαίνει όχι μόνον ότι κάθε σημείο του κόσμου διασυνδέεται σε παρόντα χρόνο με κάθε άλλο σημείο, αλλά και ότι δεν είναι νοητό κανένα σημείο εξωτερικό προς τον κόσμο. Εκτός από ολική, η παγκοσμιοποίηση είναι και μη αναστρέψιμη. Γιατί είναι αλήθεια ότι η παγκοσμιοποίηση είναι μια εποχή, όπως υπήρξε και η νεωτερικότητα ή ο Μεσαίωνας. Αλλά πρόκειται για μιαν εποχή η οποία θέτει τέλος στην ίδια την (ιστορικιστική) ιδέα της γραμμικής διαδοχής των εποχών. Η οποία αναιρεί την ίδια την έννοια της ιστορίας, όπως την έχουμε χρησιμοποιήσει μέχρι τώρα. Οχι ότι η ιστορία έχει τελειώσει, αλλά σίγουρα έχουμε μπει σε μιαν εντελώς νέα ιστορική διάσταση, οριζόντια και συγκεκριμένη, στην οποία η ταυτόχρονη εκτύλιξη των γεγονότων αποδιαρθρώνει κάθε τάξη διαδοχής ανάμεσα στο πριν και το μετά. Ποτέ δεν είχε συμβεί στο παρελθόν, μέσα σε ένα τέταρτο της ώρας -μιλώ για το απόγευμα της 11ης Σεπτεμβρίου- ο κόσμος να αλλάξει τόσο απρόβλεπτα και τόσο ριζικά.
Από αυτήν την άποψη, η παγκοσμιοποίηση δεν είναι μόνο μια διαφορετική εποχή αλλά και ένα διαφορετικό καθεστώς νοήματος. Το ότι η παγκοσμιοποίηση είναι μια διαδικασία ολική και μη αναστρέψιμη αποδεικνύεται εξάλλου και από το γεγονός ότι ακόμη και οι μορφές της πιο σκληρής αντίστασης σε αυτήν κινούνται στο εσωτερικό των δικών της συντεταγμένων, υιοθετούν τα ίδια τη δική της γλώσσα, χρησιμοποιούν τα ίδια τα δικά της όπλα, ιδεολογικά και πραγματικά, τα οποία ωστόσο αμφισβητούν.
Το γεγονός ότι πρόσωπα όπως ο Μπιν Λάντεν όχι μόνον αντλούν τους πόρους τους από χρηματιστικές ροές εσωτερικές στη Δύση αλλά και έχουν εκπαιδευτεί από αμερικανικές και πακιστανικές υπηρεσίες σε έναν αντισοβιετικό ρόλο, δείχνει ότι πρέπει να βλέπουμε τη διεξαγόμενη σύγκρουση όχι σαν μια σύγκρουση ανάμεσα σε σύστημα και αντι-σύστημα, αλλά σαν μια σύγκρουση εσωτερική στο μοναδικό σύστημα-κόσμος και παραγόμενη από αυτό το μοναδικό σύστημα-κόσμος.
Αυτό ισχύει και σε ό,τι αφορά το επίπεδο της εικόνας. Δεν υπάρχουν δύο διαφορετικές και εναλλακτικές αναπαραστάσεις, αλλά μια πάλη για την ηγεμονία στο μοναδικό δυνατό ορίζοντα αναπαράστασης, εκείνον των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Από αυτήν την άποψη, δεν κατορθώνω να φανταστώ τίποτα βαθύτερα εγγενές στην παγκόσμια δυναμική από όσα συνέβησαν -και στην πραγματικότητα και στο συλλογικό φαντασιακό- την 11η Σεπτεμβρίου. Θα έλεγα ότι εκείνη η πράξη -η πραγματοποίησή της και η κοινοποίησή της είναι στο βάθος το ίδιο πράγμα- υπήρξε το πιο ακραίο σημείο που άγγιξε το βέλος της παγκοσμιοποίησης. Αν όλα αυτά είναι αληθινά, αυτό σημαίνει ότι δεν έχει νόημα να σχεδιάζουμε πολιτικά, οικονομικά και ανθρωπολογικά σενάρια εναλλακτικά προς την πλανητική μορφή που έχει πάρει ο κόσμος. Και αυτό όχι μόνον εξαιτίας του εξωπραγματικού και ουτοπικού τους χαρακτήρα. Αλλά και επειδή όλες οι μορφές του ταυτοτικού νεοτοπικισμού είναι και αυτές οι ίδιες το ανακλαστικό αποτέλεσμα, ένα είδος ιδεολογικού αντικατοπτρισμού, της ίδιας της παγκοσμιοποίησης που θέλουν να αντιπαλέψουν.
Με δυο λόγια, από την παγκοσμιοποίηση δεν μπορούμε να βγούμε, από τη στιγμή που αυτή δεν είναι ένα εσωτερικό, αλλά είναι ακριβώς η κατάργηση της διαφοράς ανάμεσα σε εσωτερικό και εξωτερικό, η διεθνοποίηση κάθε εσωτερικού. Οπως γνώρισε από πείρα ακόμη και ο Μπους, ούτε και ο αμερικανός απομονωτισμός είναι πλέον δυνατός. Ακόμη και το κέντρο της παγκοσμιοποίησης δεν μπορεί να αποφύγει την πλανητική σχέση με τα τμήματα που το περιβάλλουν.
ΤΟΝΙ ΝΕΓΚΡΙ
«Συμφωνώ με τον Εσπόζιτο. Πράγματι, η παγκοσμιοποίηση είναι μη αναστρέψιμη. Από αυτήν την άποψη, νομίζω ότι έχει δίκιο ακόμη και ο Φουκουγιάμα, όταν υποστηρίζει ότι το τωρινό πλαίσιο ορισμού του πολιτισμού δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Οχι μόνον αυτό αλλά, προσθέτω, αυτό το μη αναστρέψιμο είναι και επιθυμητό, επειδή κυοφορεί μέσα του μιαν επαναστατική διαδικασία. Το πρόβλημα είναι ότι ορισμένες δυνάμεις προσπαθούν να την ελέγξουν, να ιεραρχήσουν ξανά τον κόσμο.
Είναι αλήθεια λοιπόν ότι η παγκοσμιοποίηση είναι καθεαυτή -οντολογικά όπως έλεγε ο Εσπόζιτο- μη αναστρέψιμη, είναι δηλαδή ακαταμάχητη και αμετάκλητη. Παραμένουν όμως τα ζητήματα που αυτή θέτει: ιδιαίτερα τα δύο μεγάλα φαινόμενα του μετασχηματισμού της εργασίας, που γίνεται όλο και περισσότερο άυλη, κινητική, ευέλικτη, και της διάλυσης των περιοχών πάνω στις οποίες μπορεί να ασκηθεί ο έλεγχος των συντελούμενων διαδικασιών. Ο πρώτος μετασχηματισμός κατέστρεψε την παραδοσιακή πειθαρχική διάταξη των εργασιακών διαδικασιών, επειδή επανέφερε την εργασία, τα εργαλεία της, στο κεφάλι των ανθρώπων, τη μετέτρεψε σε προέκταση της σωματικής υπόστασης των εργαζομένων. Το δεύτερο φαινόμενο είναι εκείνο του τέλους του κράτους, αυτού του βάρβαρου κράτους -γιατί βάρβαρο αποκαλύφθηκε ότι είναι το έθνος-κράτος από το Βερντέν ώς το Αουσβιτς.
Ομως, ακριβώς το τέλος του έθνους-κράτους επαναπρότεινε το θέμα της ιεράρχησης του κόσμου, του ελέγχου του, με την αντιμετώπιση των προβλημάτων στα οποία αναφέρθηκα προηγουμένως. Τι να κάνουμε, πώς να παρέμβουμε, πώς να αναδιοργανώσουμε τον κόσμο μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο; Είναι προφανές ότι δεν ήταν δυνατόν τα πράγματα να συνεχίσουν να βαδίζουν με αυτόν τον τρόπο. Η πτώση των αεροπλάνων-βομβών στο Πεντάγωνο και κυρίως στους δίδυμους πύργους αποτελεί αληθινά την ένδειξη του τέλους του προοδευτικού ονείρου της παγκοσμιοποίησης και των πειρασμών της μονομερούς επιβολής, όπου και όπως και αν αυτοί υποκινούνται. Με αυτό το γεγονός αναδείχθηκε με σαφήνεια η σύγκρουση ανάμεσα σε εκείνους που μετέχουν στο παιχνίδι της παρούσας παγκοσμιοποίησης και -στην αντίθετη πλευρά- στις εγκάρσιες δυνάμεις που θέλουν, αντίθετα, να σταματήσουν αυτή τη διαδικασία.
ΣΑΛΒΑΤΟΡΕ ΒΕΚΑ
Με ορισμένα πράγματα από όσα έχουν λεχθεί συμφωνώ κι εγώ. Το ότι οι διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης έχουν κατά κάποιον τρόπο διαφοροποιήσει και τροποποιήσει ριζικά το τοπίο στο οποίο είχαμε συνηθίσει είναι γεγονός. Το ότι αυτό γέννησε, μεταξύ των άλλων, τα δύο αποτελέσματα για τα οποία μίλησε ο Νέγκρι -τα σχετικά με το ζήτημα της εργασίας και με εκείνο του έθνους-κράτους, με τη συναφή κρίση ή, απλούστερα, με τη συναφή μεταβολή στους τρόπους και στην εμβέλεια της άσκησης της κυριαρχίας- είναι άλλο ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός. Ωστόσο, σε αυτό το σημείο νομίζω ότι είναι ορθό να εισφέρουμε στη συζήτηση ορισμένα στοιχεία στοχασμού πιο προβληματικού και διανοητικά πιο σκεπτικιστικού σε σχέση με τις απόψεις που ο Εσπόζιτο και ο Νέγκρι φαίνεται να συμμερίζονται αναφορικά με αυτό που όρισαν ως «οντολογικό» χαρακτήρα της διαδικασίας η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη. Δεν μου είναι σαφές το τι θέλει να πει αυτή η αναφορά στην οντολογία ή σε μιαν οντολογία και, γενικά, τείνω να υποστηρίζω φιλοσοφικά μια πιο φειδωλή χρήση αυτής της έκφρασης για άλλους θεωρητικούς σκοπούς. Για παράδειγμα, είναι αλήθεια ότι συντελούνται μετασχηματισμοί της εργασίας που τείνουν να την καθιστούν άυλη και ότι αυτό προκαλεί μια κατάρρευση των μεθόδων πειθάρχησης της ίδιας της εργασίας όπως τις είχαμε γνωρίσει μέχρι τώρα. Αυτό ωστόσο δεν αναιρεί το γεγονός ότι, σε αυτόν τον ενοποιημένο αλλά και διαιρεμένο και κατακερματισμένο από τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης πλανήτη, υπάρχει ένας μεγάλος, πολύ μεγάλος αριθμός προσώπων τα οποία στην πραγματικότητα βρίσκονται σε συνθήκες δουλείας.
Από αυτήν την άποψη φαίνεται αληθινά να υπάρχει πολύ λίγο το άυλο στοιχείο. Θέλω να πω με αυτό ότι σε αυτόν το μετασχηματισμό της εργασίας σε ένα τμήμα του κόσμου αντιστοιχούν πελώριοι έρημοι υποβάθμισης των ανθρώπινων υπάρξεων, αποκλεισμού, εκμετάλλευσης, φτώχειας και δυστυχίας σε ένα άλλο τμήμα του κόσμου. Οσο για την κρίση της κυριαρχίας δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παγκοσμιοποίηση διαφοροποιεί τη σταθερή γεωγραφία των συνόρων και αυτό φυσικά διαβρώνει και περιορίζει την ακτίνα και την ισχύ της δράσης εκείνων των μηχανισμών που έχουν τις ρίζες τους στην εδαφική επικράτεια των εθνών-κρατών. Αλλά είναι επίσης αληθινό το ότι στη μείωση της ικανότητας δράσης των κρατών αντιστοιχεί η ανάδυση νέων αιτημάτων για κρατική παρέμβαση. Με δύο λόγια, μολονότι μετασχηματίζονται βαθιά, οι ελίτ της εξουσίας διατηρούνται ως τέτοιες έστω και σε ένα πλαίσιο το οποίο από ορισμένες απόψεις έχει μεταβληθεί δραστικά.
Από την άλλη μεριά, για να απαντήσουμε στο ερώτημα που έθεσε ο Νέγκρι για το μέλλον της παγκοσμιοποίησης, νομίζω ότι διανοητικά είναι προτιμότερο να μην την κατανοούμε ως μια διαδικασία ή ένα σύνολο διαδικασιών που βασίζονται σε έναν σιδερένιο και αναπόφευκτο νόμο της ιστορίας -διαφορετικά δεν θα μας απέμενε άλλη δυνατότητα από το να ακολουθούμε την προκαθορισμένη πορεία χωρίς να μπορούμε να παρέμβουμε με κανέναν τρόπο.
Το μοναδικό κριτήριο για να δράσουμε και να προσανατολιστούμε στον επίμαχο πλανήτη θα ήταν τότε εκείνο που θα μας υπαγόρευε μια κάποια «ηθική του τοκετού».
Είμαι πεισμένος ότι η καλύτερη πολιτική φιλοσοφία πρέπει να εκτεθεί στη δοκιμασία της αναζήτησης των κριτηρίων του δίκαιου και του άδικου στους καιρούς της παγκοσμιοποίησης. Τέλος, ας πάρουμε υπόψη μας ότι ο ίδιος ο όρος «παγκοσμιοποίηση» δεν είναι διόλου μονοσήμαντος.
Αντίθετα, μάλιστα, γνωρίζουμε ότι για το νόημά του διεξάγεται εδώ και καιρό μια μεγάλη διαμάχη. Γιατί είναι αλήθεια ότι συντελείται μια διαδικασία χρηματιστικής, παραγωγικής και τεχνολογικής παγκοσμιοποίησης, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι υπάρχουν στον ίδιο το διαιρεμένο και κοινό μας κόσμο δισεκατομμύρια πρόσωπα των οποίων οι ζωές είναι αυστηρά και σκληρά εγκλωβισμένες σε τοπικά όστρακα.
Και από την άλλη μεριά, είναι γνωστό ότι διαμορφώνονται συλλογικές ταυτότητες που συγκροτούνται σε κινήματα, τα οποία, αν και είναι μπολιασμένα από τις ίδιες τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, έρχονται σε σύγκρουση με αυτήν. Συμπερασματικά, βλέπω έναν κόσμο ο οποίος παρουσιάζει μεν τα γνωρίσματα που υπογράμμισαν ο Εσπόζιτο και ο Νέγκρι, αλλά ο οποίος διαθέτει στοιχεία αδιαφάνειας και αμφισημίας, που γεννιούνται από την ταυτόχρονη παρουσία άλλων γνωρισμάτων, τα οποία καθιστούν τη συνολική εικόνα πολύ πιο αντιφατική και εκτεθειμένη στην αβεβαιότητα...
7 - 12/01/2003
Κυριακή, Αυγούστου 25, 2002
Καρλ Πόπερ: Ο θεωρητικός της ανοιχτής κοινωνίας
από το Θανάση Γιαλκέτση
Συμπληρώθηκαν φέτος εκατό χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Πόπερ (1902-1994).
Ο μεγάλος φιλόσοφος και επιστημολόγος αναγνωρίζεται σήμερα ομόφωνα ως ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές του εικοστού αιώνα.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο γερμανός φιλόσοφος Χανς Αλμπερτ μιλάει για τη σκέψη του Καρλ Πόπερ. Ο ογδοντάχρονος σήμερα Αλμπερτ ζει στη Χαϊδελβέργη και διδάσκει φιλοσοφία και κοινωνιολογία στο πανεπιστήμιο του Μανχάιμ από το 1963. Το έργο του συνδέεται στενά με τον κριτικό ορθολογισμό του δασκάλου του Πόπερ, τον οποίο ο Αλμπερτ υπερασπίστηκε σε αντιπαράθεση με φιλοσοφικά ρεύματα όπως η Σχολή της Φραγκφούρτης, ο υπαρξισμός, η ερμηνευτική του Χάιντεγκερ και του Γκάνταμερ κ.ά.
Η συνέντευξη του Χανς Αλμπερτ δημοσιεύθηκε στο θεωρητικό - πολιτικό περιοδικό «Reset».
- Καθηγητή Χανς Αλμπερτ, αν έπρεπε να φωτίσετε τη θεωρητική αξία του Πόπερ, από πού θα ξεκινούσατε;
- Θα ξεκινούσα από τη θεωρία του για τη γνώση.
- Σε αυτό το πεδίο τι προσέθεσε ο Πόπερ στη δυτική σκέψη;
- Εδωσε μια νέα ερμηνεία της κρτικής ορθολογικότητας σε σχέση πρώτα απ' όλα με την επιστήμη και την ανάπτυξή της. Και την επεξεργάστηκε ξεκινώντας από τις συζητήσεις του με τον Κύκλο της Βιέννης και από την κριτική του στον καντιανισμό. Γενικά κυριαρχεί η εντύπωση ότι ο Πόπερ ανέπτυξε τις αντιλήψεις του μόνο στο πλαίσιο της κριτικής στις φιλοσοφικές θέσεις του Κύκλου της Βιέννης, δηλαδή στο λογικό θετικισμό. Στην πραγματικότητα, αυτός συγκρούστηκε όχι μόνο με το λογικό θετικισμό αλλά και με ορισμένες εκδοχές του καντιανισμού. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εμπνεύστηκε και από καντιανές ιδέες.
- Μπορείτε να μας εξηγήσετε καλύτερα ποια είναι η σχέση του Πόπερ με τον Καντ;
- Θα έλεγα συνοπτικά ότι ο Πόπερ πραγματοποίησε ένα μετασχηματισμό της καντιανής σκέψης προς την κατεύθυνση ενός μεταφυσικού ρεαλισμού. Οπως είναι γνωστό, χαρακτηρίζουν τον Καντ υπερβατικό ιδεαλιστή. Ο Πόπερ είχε την εντύπωση ότι ο ορισμός «υπερβατικός ιδεαλισμός» ήταν παραπλανητικός. Στην πραγματικότητα υπάρχει μια τάση προς την κατεύθυνση του ρεαλισμού, που επιβεβαιώθηκε και στην καντιανή παράδοση, έστω και με ελάσσονες στοχαστές, όπως ο Οσβαλντ Κούλπε, ο οποίος άντλησε από τον Καντ μια ρεαλιστική ερμηνεία.
Ο Πόπερ ανήκει σε αυτή την παράδοση, αν και σπάνια αναφέρεται στον Κούλπε. Ο Πόπερ εργάστηκε αυτόνομα σε αυτό το θέμα προτείνοντας μια πρωτότυπη ερμηνεία της υπερβατικής σκέψης του Καντ. Ιδιαίτερα επανέλαβε από τον Καντ το ζήτημα των προϋποθέσεων που καθιστούν δυνατή τη γνώση και το αντιμετώπισε με ρεαλιστικό τρόπο. Στο πρώτο δημοσιευμένο έργο του «Λογική της επιστημονικής ανακάλυψης» αυτό δεν φαίνεται πολύ καθαρά.
- Σε εκείνο το βιβλίο κεντρική ήταν η διαφωνία του με τις θέσεις του Κύκλου της Βιένης, όπου αναπτύχθηκε μια θεωρία του νοήματος βασισμένη στην έννοια της δυνατότητας επαλήθευσης.
- Ο Κύκλος της Βιέννης επεξεργάζεται μια εμπειρική θεωρία της επιστήμης. Αυτή η θεωρία συνδέεται με την έλλειψη νοήματος της μεταφυσικής και επομένως με την αναγκαιότητα οι προτάσεις που είναι φορείς νοήματος να μπορούν να επαληθευθούν. Πρέπει να είμαστε σε θέση να αποδείξουμε την αλήθεια τους με βάση εμπειρικές παρατηρήσεις, εκτός αν πρόκειται για αποκλειστικά λογικές ή μαθηματικές αλήθειες. Οι ισχυρισμοί μεταφυσικού τύπου δεν μπορούν ούτε να επαληθευθούν ούτε και να διαψευσθούν και επομένως στερούνται οποιουδήποτε θεωρητικού νοήματος.
- Εσείς μιλάτε για καντιανό ρεαλισμό, αλλά για την καντιανή φιλοσοφία δεν είναι βέβαιο ότι ο κόσμος υπάρχει πραγματικά.
- Ο Καντ ήταν υπερβατικός ιδεαλιστής αλλά ήταν και μεταφυσικός ρεαλιστής. Αυτό συνεπάγεται ότι αποδεχόταν το γεγονός ότι η πραγματικότητα υπάρχει, ακόμη και αν εμείς δεν μπρούμε να την αναγνωρίσουμε. Ο ρεαλισμός του Καντ είναι ένας μινιμαλιστικός ρεαλισμός. Για τον Καντ αυτό που εμείς είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε -ο κόσμος της φαινομενικότητας- συγκροτείται μέσα από την ικανότητά μας για αναγνώριση. Το γεγονός ότι, παρ' όλα αυτά, το πράγμα καθαυτό υπάρχει παραμένει ένα επίμαχο σημείο. Αυτό δημιουργεί μια δυσκολία: πώς μπορούμε να γνωρίζουμε ότι το πράγμα υπάρχει, αν η γνώση συγκροτείται μόνον από φαινομενικότητες;
- Ο Πόπερ απελευθερώνεται από αυτή τη φυλακή των φαινομένων και επεξεργάζεται μια θεωρία των τριών κόσμων, αλλά πώς το κατορθώνει αυτό;
- Η θεωρία των τριών κόσμων παρουσιάζεται μόνο στην ύστερη φιλοσοφία του. Στην αρχή αυτός περιορίστηκε στο θέμα της λογικής της έρευνας, ασκώντας κριτική στην αρχή της δυνατότητας επαλήθευσης, που ήταν προσφιλής στον Κύκλο της Βιέννης, μία αρχή από την οποία προέκυπτε η συνέπεια ότι η μεταφυσική στερείται νοήματος. Ο Πόπερ έδειξε ότι με βάση την αρχή της δυνατότητας επαλήθευσης δεν μπορούν να κατανοηθούν οι φυσικές επιστήμες. Αν πάρουμε το «Τρακτάτους» του Βίτγκενσταϊν, θα δούμε ότι οι νόμοι των φυσικών επιστημών για τον Βίτγκενσταϊν δεν υπάρχουν καν, από τη στιγμή που δεν μπορούν να επαληθευθούν. Ο Πόπερ θα πει ότι οι νόμοι της επιστήμης μπορούν να διαψευσθούν αλλά δεν μπορούν να επαληθευθούν και πάνω σε αυτό θα οικοδομήσει μια θεωρία για τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να κατανοήσουμε τη λειτουργία της επιστήμης. Στη θέση της θεωρίας της επαληθευσιμότητας του νοήματος ο Πόπερ εισάγει μια θεωρία του «ελέγχου» των επιστημονικών απόψεων. Πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό.
- Και πώς περνάμε από τις επιστημονικές αλήθειες στις μεταφυσικές αλήθειες;
- Ο Πόπερ δεν μιλάει για το νόημα ή για την απουσία νοήματος αλλά θέλει να αποδείξει ότι, αν οι επιστημονικοί ισχυρισμοί έχουν νόημα, τότε και οι μεταφυσικοί ισχυρισμοί πρέπει υποχρεωτικά να έχουν νόημα. Γι' αυτό είναι δυνατές μεταφυσικές προτάσεις. Υπάρχουν λογικές σχέσεις ανάμεσα σε μεταφυσικές προτάσεις και επιστημονικές προτάσεις.
- Ποιο είναι το νέο στοιχείο που εισφέρει ο Πόπερ από την άποψη της μεθόδου;
- Ο Πόπερ υπήρξε ο πρώτος ο οποίος ανέπτυξε, μέσα στη λογική της έρευνας, μια αναθεωρητική μεθοδολογία των επιστημών. Ολοι οι επιστημονικοί ισχυρισμοί είναι στην ουσία υποθέσεις και παραμένουν υποθέσεις. Αυτές οι υποθέσεις μπορούν να ελεγχθούν στο φως των παρατηρήσεων και με αυτόν τον τρόπο μπορούν να γίνουν δεκτές ή να απορριφθούν. Αλλά παραμένουν πάντα και σε κάθε περίπτωση υποθέσεις, αφού πρέπει να είναι πάντοτε δυνατή η απόρριψή τους σε μια μεταγενέστερη στιγμή. Αυτός είναι ο πυρήνας της αναθεωρητικής ποπεριανής μεθοδολογίας, που αποκλήθηκε θεωρία τ ης «διαψευσιμότητας».
- Η «Ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της» έρχεται μετά. Τι αντιπροσωπεύει;
- Ναι, έρχεται αργότερα και είναι η συμβολή του Πόπερ στον πόλεμο. Αλλά η «Ανοιχτή κοινωνία...», σχετίζεται με τη «Λογική της επιστημονικής ανακάλυψης», καθώς και η κριτική διάθεση απέναντι στην επιστήμη επεκτείνεται σε ολόκληρη την κοινωνία. Μια ανοιχτή κοινωνία είναι μια κοινωνία στην οποία είναι δυνατή η κριτική σε σχέση όχι μόνο με τους επιστημονικούς ισχυρισμούς αλλά και με τις πολιτικές προτάσεις. Πρόκειται για μια σημαντική σχέση, επειδή εδώ ο Πόπερ βλέπει την ίδια την επιστήμη ως κοινωνικό φαινόμενο, ως μια κοινωνία των επιστημόνων. Η ίδια η επιστήμη αντιπροσωπεύει ένα μοντέλο ανοιχτής κοινωνίας. Η θεωρία της επιστήμης βρίσκεται αναμφίβολα στο βάθος της ανοιχτής κοινωνίας.
- Ισως εξαιτίας του αντικομμουνισμού του ο Πόπερ θεωρήθηκε συντηρητικός στις δεκαετίες του '60 και του '70, αλλά γνωρίζουμε καλά ότι στην πραγματικότητα ήταν ένας μεταρρυθμιστής, ένας προοδευτικός.
- Ο Πόπερ ήταν ένας αναθεωρητής σοσιαλιστής, όπως ήταν για παράδειγμα ο Εντουαρντ Μπέρνσταϊν. Αλλά στην αρχή υπήρξε κομμουνιστής, έστω και για μια πολύ σύντομη περίοδο.
- Εχουν περάσει οχτώ χρόνια από το θάνατό του. Επρεπε τελικά να μπορούμε να κρίνουμε πιο ισορροπημένα την πολιτική σκέψη του Πόπερ.
- Ηταν ένας φιλελεύθερος, αλλά ένας φιλελεύθερος ο οποίος υποστήριζε τη δυνατότητα των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων που οδηγούν στην υπέρβαση των μεγάλων δεινών της ανθρωπότητας. Δεν είναι δυνατό να δημιουργήσουμε μια κοινωνία που θα κάνει ευτυχισμένους όλους τους ανθρώπους, αλλά μπορούμε να προσπαθήσουμε να υπερβούμε τα μεγάλα δεινά και αυτό επιτυγχάνεται με τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Μια κοινωνία που θέλει να μας κάνει όλους ευτυχισμένους καταλήγει πιθανότατα να κάνει δυστυχισμένους τους περισσότερους ανθρώπους.
- Σε ορισμένα άρθρα και συνεντεύξεις του ο Πόπερ υποστήριζε ότι συμφωνούσε πιο πολύ με τις σοσιαλδημοκρατικές θέσεις, δήλωνε ότι είναι υπέρ της κεϊνσιανής οικονομικής πολιτικής, έλεγε ότι η προτεραιότητα για τις κυβερνήσεις έπρεπε να είναι η πάλη κατά της ανεργίας...
- Η ανεργία είναι ένα από τα μεγάλα δεινά που έπρεπε να προσπαθήσουμε να υπερβούμε. Σίγουρα ο Πόπερ μιλούσε για την αναγκαιότητα θεσμικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων γενικού χαρακτήρα, χωρίς να ασχολείται με τα επιμέρους πολιτικά ζητήματα. Αυτά τα θέματα της μεταρρύθμισης, στη δική του προοδευτική θεώρηση, την τμηματική κοινωνική μηχανική (piecemeal social engineering), αυτός τα συνέδεε στενά με το δίκαιο και με τους θεσμούς της ανοιχτής κοινωνίας.
- Ο εικοστός αιώνας υπήρξε μεταξύ των άλλων και ένας αιώνας ισχυρών θεωρητικών, ιδεολογικών, φιλοσοφικών αντιπαραθέσεων: από τη μια μεριά οι συνεχιστές του σχεδίου του Διαφωτισμού, οι ορθολογιστές, οι μοντερνιστές και από την άλλη οι διάφοροι εκπρόσωποι της κριτικής στη νεωτερικότητα και στο λόγο. Ας σκεφτούμε τις συγκρούσεις ανάμεσα στο θετικισμό και τον επιστημονισμό από τη μια μεριά και τη νιτσεϊκή και χαϊντεγκεριανή σκέψη από την άλλη. Στην τελευταία φάση του αιώνα οι θεωρητικές συγκρούσεις φαίνεται να αμβλύνονται ή να περνούν σε δεύτερο πλάνο σε σχέση με τις πολιτικές συγκρούσεις. Σήμερα ο Χάμπερμας, ο Βάτιμο ή ο Ντεριντά διαλέγονται με μια ορισμένη ευκολία. Ο Πόπερ μόνο που άκουγε το όνομα του Χάιντεγκερ εκνευριζόταν και υιοθετούσε σκληρά επιχειρήματα: τη συμπάθειά του για τον Χίτλερ.
- Ο Χάιντεγκερ δεν ευθύνεται για το Ολοκαύτωμα. Υπήρξε για μεγάλο διάστημα ναζιστής, αλλά νομίζω ότι η φιλοσοφία του πρέπει να κριθεί ανεξάρτητα από αυτό. Νομίζω ότι ο Πόπερ δεν διάβασε ποτέ τον Χάιντεγκερ. Σε μένα έλεγε πάντοτε: μην μπεις ποτέ σε αυτό το βάλτο. Δεν διάβασε ποτέ ούτε και τον Χάμπερμας ή τον Αντόρνο. Το θεωρούσε απώλεια χρόνου... Ο Πόπερ ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος και στις συζητήσεις ήταν ένας σφοδρός αντίπαλος. Και ήταν πάντοτε πεισμένος ότι τα επιχειρήματά του ήταν τέτοια, που ο άλλος έπρεπε υποχρεωτικά να τα δεχθεί, ακόμη και όταν ο ίδιος ο Πόπερ έλεγε: «Ι may be wrong». Εγώ ο ίδιος έχω ζήσει το γεγονός ότι ακόμη και με τους μαθητές του, όταν είχαν διαφορετική γνώμη, οργιζόταν. Αλλά μετά ζητούσε πάντοτε συγνώμη για την οργή του...
7 - 25/08/2002
Κυριακή, Μαρτίου 10, 2002
Παγκοσμιοποίηση με παρελθόν
Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από ομιλία του γνωστού γάλλου ιστορικού Ζακ Λε Γκοφ σε συμπόσιο που οργάνωσε η «Οικουμενική Ακαδημία των Πολιτισμών» στις 13 Νοεμβρίου 2001, στο Παρίσι.
Η γνώση των προηγούμενων μορφών παγκοσμιοποίησης είναι αναγκαία για να κατανοήσουμε αυτές που ζούμε και για να πάρουμε θέση απέναντι σε αυτό το φαινόμενο. Δύο βιβλία που γράφτηκαν στη δεκαετία του '70 πραγματεύονται μιαν έννοια που εγώ θεωρώ θεμελιώδη για το πρόβλημα της παγκοσμιοποίησης, ιδιαίτερα της τωρινής: την έννοια της κοσμο-οικονομίας. Το ένα είναι το βιβλίο του αμερικανού κοινωνιολόγου Ιμάνουελ Βαλερστάιν «Το σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα» (1974) και το άλλο είναι το βιβλίο του γάλλου ιστορικού Φερνάν Μπροντέλ «Ο χρόνος του κόσμου» (1979)...
Στη σημερινή παγκοσμιοποίηση η οικονομία έχει την προτεραιότητα... Αλλά ο Μπροντέλ υποστηρίζει με έμφαση ότι το να σκεφτόμαστε μόνο την οικονομία όχι μόνο θα ήταν εσφαλμένο αλλά θα ήταν και επικίνδυνο. Ο Μπροντέλ υπογραμμίζει ότι σε κάθε παγκοσμιοποίηση υπάρχουν τέσσερις θεμελιώδεις πλευρές: η οικονομική, η κοινωνική, η πολιτιστική και η πολιτική πλευρά. Οι ιστορικές παγκοσμιοποιήσεις που υποδεικνύονται από τον Μπροντέλ είναι: η αρχαία Φοινίκη, η Καρχηδόνα, η Ρώμη, η χριστιανική Ευρώπη, το ισλάμ, η Μοσχοβία, η Κίνα και η Ινδία. Αυτές παίρνουν και τη μορφή αυτοκρατοριών και παρουσιάζονται αρχικά ως πολιτικά κυρίως οικοδομήματα.
Η περίπτωση της Ρώμης μου φαίνεται ενδιαφέρουσα, επειδή οι Ρωμαίοι σχεδίαζαν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στο σύνολο του κατοικούμενου κόσμου. Η δική τους πρόθεση ήταν επομένως μια αληθινά παγκοσμιοποιητική πρόθεση. Αυτοί είχαν υιοθετήσει τον ελληνικό όρο «η οικουμένη» για να περιγράψουν τον κατοικούμενο κόσμο και η ρωμαϊκή αυτοκρατορία εμφανιζόταν ως η διακυβέρνηση της οικουμένης...
Στην παγκοσμιοποίηση υπάρχει μια ιδέα επιτυχίας. Αλλά, αν είναι αλήθεια ότι υπάρχουν πρόοδοι, ταυτόχρονα και σε στενή συνάφεια με αυτές τις προόδους υπάρχουν δυσχέρειες που συνδέονται με τις ιστορικές παγκοσμιοποιήσεις και που αναδεικνύουν τους κινδύνους της τωρινής παγκοσμιοποίησης. Τι έφερνε η Ρώμη σε αυτήν την «οικουμένη» στην οποία κυριάρχησε επί αιώνες; Την ειρήνη, την pax romana, που είναι επομένως ένα στοιχείο που συνδέεται με την παγκοσμιοποίηση. Συνεπώς, το πεδίο της παγκοσμιοποίησης μπορεί και πρέπει να θεωρείται ειρηνικό πεδίο. Προφανώς χρειάζεται να γνωρίζουμε τι σημαίνει αυτή η ειρήνευση, πώς επιτεύχθηκε -δυστυχώς αυτή επιτεύχθηκε συχνά με τον πόλεμο- και τι αντιπροσωπεύει η, ειρηνική έστω, κυριαρχία που αυτή παρήγαγε.
Η ρωμαϊκή παγκοσμιοποίηση συνέβαλε στο να γεννηθεί στους κατοίκους ή στις ανώτερες τάξεις το συναίσθημα μιας οικουμενικής υπηκοότητας. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι εκείνο του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος όταν επρόκειτο να προσηλυτιστεί στο χριστιανισμό δήλωνε με έμφαση;; «Civis romanus sum» («Είμαι Ρωμαίος πολίτης»). Η ρωμαϊκή παγκοσμιοποίηση οδήγησε επίσης στη διαμόρφωση ενός νομικού πεδίου. Τέλος (και δευτερευόντως;) υπάρχει ένα πρόβλημα που ζούμε ακόμη και σήμερα: της γλωσσικής ενοποίησης.
Τι πρέπει να καταλογίσουμε σε εκείνη την παγκοσμιοποίηση; Στο τέλος μιας αρκετά μακράς περιόδου -κάμποσοι αιώνες- η ρωμαϊκή παγκοσμιοποίηση αποκαλύφθηκε ανίκανη να ενσωματώσει ή να αφομοιώσει νέους πολίτες, εκείνους που είχε αποκαλέσει «βαρβάρους» και οι οποίοι, καθώς δεν μπορούσαν να ενσωματωθούν στο ρωμαϊκό πεδίο και σύστημα, εξεγέρθηκαν. Γενικά, η παγκοσμιοποίηση οδηγεί στην εξέγερση εκείνους που δεν αντλούν πλέον κανένα όφελος από αυτήν και μάλιστα γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης ή και αποκλεισμού.
Η αποικιοποίηση που συνδέεται με την επέκταση της Ευρώπης και που θα καταλήξει να πάρει τις μορφές του καπιταλισμού αρχίζει στον 15ο-16ο αιώνα και πλήττει κυρίως την Αφρική και την Αμερική... Δεν νομίζω ότι υποχωρώ στο μύθο των γάλλων αποικιοκρατών του 19ου αιώνα, όταν υποστηρίζω ότι η παγκοσμιοποίηση πρέπει να ευνοεί και συχνά ευνοεί τη διάδοση της εκπαίδευσης, της γνώσης, της χρήσης της γραφής και της ανάγνωσης.
Σίγουρα στην άλλη άκρη της ζυγαριάς βλέπω αμέσως ένα μεγάλο έγκλημα: το βιασμό των προηγούμενων πολιτισμών των λαών μέχρι και την καταστροφή τους. Σε αυτό το σημείο χρειάζεται να συνυπολογίσουμε εκείνη τη συνιστώσα της παγκοσμιοποίησης που είναι η θρησκεία και να αντιμετωπίσουμε -ακόμη και αν αυτό προξενεί ενόχληση- τους κινδύνους του μονοθεϊσμού.
Η παγκοσμιοποίηση πήρε οικουμενικό χαρακτήρα μέσω των θρησκειών (με εξαίρεση τον ιουδαϊσμό, ο οποίος απευθύνεται μόνο σε μιαν ιδιαίτερη κοινωνία). Και ο χριστιανισμός ή το ισλάμ, με το μονοθεϊσμό τους, διέδωσαν μιαν ιδέα που εύκολα -το απέδειξε η ιστορία- διολισθαίνει προς τη μισαλλοδοξία και την καταδίωξη.
Πάνω απ' όλα, όταν η οικονομική πλευρά γίνεται θεμελιώδης, αντιλαμβανόμαστε ότι η παγκοσμιοποίηση αναπτύσσει, δημιουργεί ή σε κάθε περίπτωση παροξύνει τις αντιθέσεις ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους ή κυρίαρχους. Η φτώχεια είναι ένα κακό των παγκοσμιοποιήσεων που μέχρι τώρα είναι σχεδόν αναπόφευκτο. Οι παγκοσμιοποιήσεις δεν βίασαν μόνον τους πολιτισμούς αλλά και την ιστορία. «Λαοί χωρίς ιστορία», αυτή η έκφραση, που επινοήθηκε συχνά από τους αποικιοκράτες, έπληξε πληθυσμούς που στην πραγματικότητα είχαν μιαν ιδιαίτερη ιστορία -συχνά προφορική- η οποία καταστράφηκε. Η καταστροφή της μνήμης, της ιστορίας του παρελθόντος είναι κάτι το τρομερό για μια κοινωνία.
7 - 10/03/2002
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 12, 2001
Βιολογία: Η ουτοπία του 21ου αιώνα
από το Θανάση Γιαλκέτση
Στις μέρες μας οι βιολογικές επιστήμες έχουν πάρει τη θέση των πολιτικών ουτοπιών. Η παλιά ουτοπική επαγγελία της δημιουργίας του «νέου ανθρώπου» επαναπροτείνεται τώρα από τους βιολόγους και τους γενετιστές. Οι διαπιστώσεις αυτές γίνονται από τον Χανς Μάγκνους Ετσενσμπέργκερ.
ΟΙ ΣΑΜΑΝΟΙ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ
Δεν έχει περάσει ακόμη πολύς καιρός από τότε που πολλοί παραπονούνταν για την απώλεια των ουτοπιών, οι οποίες ήδη από την επινόησή τους θεωρήθηκαν θαυμαστό μάννα εξ ουρανού για το σκεπτόμενο τμήμα της ανθρωπότητας. Οι ουτοπίες ήσαν όλες τους πολύχρωμα ευρωπαϊκά σχέδια για τη δημιουργία ιδεωδών κοινωνιών, στις οποίες το επίκεντρο δεν είναι πλέον ο παλαιός Αδάμ αλλά ο Νέος Ανθρωπος. Ολες οι απόπειρες για την υλοποίησή τους, απέτυχαν τραγικά. Ετσι είχαν τα πράγματα στο θαυμαστό έτος 1989.
Από την ψυχιατρική γνωρίζουμε με πόση ευκολία μια φάση κατάθλιψης μπορεί να μετατραπεί σε μανιακή φάση, και το αντίστροφο. Ορισμένες ενδείξεις ευνοούν την υπόθεση ότι μπορούμε να παρατηρήσουμε μια τέτοια αλλαγή όχι μόνο σε μεμονωμένους ασθενείς αλλά και σε μεγάλα ανθρώπινα σύνολα.
Στις δεκαετίες του '70 και του '80 του προηγούμενου αιώνα φαινόταν να κυριαρχεί η κατάθλιψη. Παντού προτείνονταν σενάρια της Αποκάλυψης. Ο Ψυχρός Πόλεμος με τα μπλοκ του και τις συγκρούσεις του είχε οδηγήσει την παγκόσμια πολιτική σε παράλυση.
Προβλέπονταν περιβαλλοντικές καταστροφές κάθε είδους. Η Λέσχη της Ρώμης προφήτευε την εξάντληση σε σύντομο διάστημα όλων των φυσικών πόρων. Γινόταν λόγος για πυρηνικό χειμώνα. Ενα κλίμα Αποκάλυψης διαδιδόταν όχι μόνο από τις ταινίες του Χόλιγουντ αλλά και από τις τηλεοπτικές οθόνες.
Ηδη πολύ καιρό πριν από τη μετάβαση από τη μια χιλιετία στην άλλη περάσαμε στη μανιακή φάση. Αυτή τη φορά δεν ήταν η φιλοσοφία της Ιστορίας αυτή που προσέφερε υποσχέσεις λύτρωσης. Κανένα κόμμα, καμία πολιτική ιδεολογία δεν ήρθε στο προσκήνιο με ένα σχέδιο για την ανθρωπότητα. Αντίθετα μάλιστα, η κατάρρευση του κομμουνισμού άφησε ένα ιδεολογικό κενό που καμιά άλλη αριστερά, παλιά ή νέα, δεν ήταν σε θέση να καλύψει.
Οι νέες ουτοπικές επαγγελίες προέρχονταν από τα ινστιτούτα ερευνών και από τα εργαστήρια των φυσικών επιστημών, και μετά από ένα σύντομο διάστημα επικράτησε ένας φανταστικός οπτιμισμός. Ξαφνικά, επανήλθαν όλα τα μοτίβα της ουτοπικής σκέψης: η νίκη πάνω σε όλες τις ατέλειες και πάνω σε όλες τις δυσκολίες του ανθρώπινου είδους, η νίκη πάνω στην άγνοια, πάνω στον πόνο και στο θάνατο. Ξαφνικά, πολλοί άρχισαν να λένε ότι ήταν μόνο θέμα χρόνου η έλευση της στιγμής που η γενετική βελτίωση του ανθρώπου θα πετύχαινε το σκοπό της, που οι παλιές μορφές της σύλληψης, της γέννησης και του θανάτου θα καταργούνταν, η έλευση της στιγμής που τα ρομπότ θα έθεταν τέλος στη βιβλική κατάρα της εργασίας, που η εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης θα έθετε τέρμα στις δυσάρεστες ελλείψεις.
Παμπάλαιες φαντασιώσεις παντοδυναμίας έβρισκαν έτσι ένα νέο καταφύγιο στο σύστημα των επιστημών. Δεν μιλάμε για την ολότητα της παραγωγής της γνώσης. Ολο και πιο καθαρά διαφαίνεται η ηγεμονική θέση λίγων επιστημονικών κλάδων, που διαθέτουν τους καθοριστικούς πόρους, όπως είναι το χρήμα και το ενδιαφέρον, ενώ άλλοι κλάδοι -όπως η θεολογία, οι φιλολογικές επιστήμες, η αρχαιολογία, και δυστυχώς και η φιλοσοφία- παίζουν ήδη ένα περιθωριακό, για να μην πούμε διακοσμητικό ρόλο. Ακόμη και ορισμένοι κλάδοι των φυσικών επιστημών φυτοζωούν μάλλον στη σκιά των λεγόμενων «ηγετικών επιστημών».
Στον εικοστό αιώνα αυτός ο ηγετικός ρόλος αποδόθηκε στη θεωρητική φυσική. Ηδη η βιολογία έχει πάρει τη θέση της φυσικής, μαζί με τις επιστήμες της πληροφορικής και τις γνωστικές επιστήμες. Η βιολογία «όχι μόνον έθεσε τέρμα στο διαχωρισμό ανάμεσα σε βασική έρευνα και εφαρμοσμένη έρευνα, αλλά είναι ταυτόχρονα η κατεξοχήν καπιταλιστική και επαναστατική επιστήμη. Η βιοτεχνολογία είναι η τεχνολογία που βρίσκεται στη βάση του προσεχούς μεγάλου οικονομικού κύκλου» (Κλάους Κοχ).
Γίνεται φανερό ότι μπροστά σε μια τόσο βαθιά μεταβολή του συστήματος της γνώσης δεν είναι δυνατό να αποφευχθεί η ιδεολογική αλαζονεία. Αν στο παρελθόν ήταν καθήκον των σαμάνων και των μάγων θεραπευτών να ξεριζώνουν όλα τα κακά, σήμερα ασχολούνται με αυτό μοριακοί βιολόγοι και γενετιστές. Και δεν είναι πλέον οι ιερείς αυτοί που μιλούν για αθανασία αλλά οι ερευνητές. Οι νέες ουτοπίες παρουσιάζονται στο κοινό με πρωτόγνωρες καμπάνιες και δεν είναι τυχαίο που κυριαρχούν συχνά οι αμερικανοί επιστήμονες. Ο ενδημικός οπτιμισμός, η ιεραποστολική συνείδηση και η ηγεμονική θέση της αμερικανικής υπερδύναμης προμηθεύουν το ιδεολογικό πλαίσιο γι' αυτό το σκοπό. Η παλιά καλή πίστη στην πρόοδο, για την οποία κανείς δεν μιλούσε μέχρι πριν από λίγο καιρό, γνωρίζει έτσι μια θριαμβευτική αναβίωση.
Δεν μπορούν και δεν θέλουν όλοι οι επιστήμονες να εξοικειωθούν με το νέο τους ρόλο των σωτήρων. Αυτός ο ρόλος έρχεται σε αντίθεση με όλες τις παραδόσεις του «οργανωμένου σκεπτικισμού» (Ρόμπερτ Μέρτον) της αποδεικτικής θεωρίας, αλλά και της απλής σύνεσης. Ωστόσο, η αντικειμενική θέση των επιστημονικών θεσμών έχει αλλάξει ριζικά. Η διάκριση ανάμεσα στην έρευνα και στην οικονομική της αξιοποίηση έχει περιοριστεί τόσο, ώστε δεν απομένει πλέον και πολλή από εκείνη την ανεξαρτησία για την οποία υπερηφανευόταν η επιστήμη.
Οι πελώριες επενδύσεις στην έρευνα πρέπει να αποδώσουν κέρδη το συντομότερο δυνατό. Με αυτόν τον τρόπο αυτοαναγορεύονται σε μελετητές οι μέτοχοι και οι επιχειρηματίες του επιστημονικο-βιομηχανικού μοντέλου, που βρίσκεται σε μεγάλη ανάπτυξη και που απασχολεί συμβούλους σε θέματα ευρεσιτεχνίας, τράπεζες, χρηματιστηριακούς γκουρού και υπηρεσίες δημοσίων σχέσεων. Οι ροές του χρήματος, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για μετοχικό κεφάλαιο ή για επιχορηγήσεις, αυξάνουν τον ανταγωνισμό. Οποιος δεν θέλει να έχει τις χειρότερες επιδόσεις πρέπει να υπόσχεται περισσότερα απ' όσα μπορεί να τηρήσει.
Ακόμη και η πολιτική καταλήγει να είναι αμήχανη και αδύναμη απέναντι στο επιστημονικο-βιομηχανικό μοντέλο. Η στρατηγική της είναι απλή: παρατηρεί με επιτηδειότητα το τετελεσμένο γεγονός προς το οποίο η κοινωνία οφείλει να συμμορφωθεί.
Με την ίδια επιτηδειότητα απορρίπτεται κάθε αντίρρηση, αφού θεωρείται σαν επίθεση στην ελευθερία της έρευνας, σαν ανεξήγητη εχθρότητα απέναντι στην επιστήμη και την τεχνική, και σαν δεισιδαιμονικός φόβος μπροστά στο μέλλον... Σε αυτή τη γρήγορη ανάπτυξη δεν απουσιάζει ποτέ η υπόμνηση των ανθρωπιστικών προθέσεων, για τις οποίες καυχιόταν κάθε ουτοπικό σχέδιο από τον Καμπανέλα ώς τον Στάλιν.
Η καλλιέργεια ανθρώπινων οργάνων είναι μια θεραπευτική επιταγή, ο σκληρός δίσκος των ηλεκτρονικών υπολογιστών εγγυάται την αθανασία της συνείδησης, η επιθυμία της απόκτησης τέκνων είναι απόλυτο δικαίωμα του ανθρώπου κ.ο.κ. Το ενδιαφέρον -πολύ κατανοητό άλλωστε- των γονέων να αποκτήσουν τέλεια παιδιά έχει σκοπό να ευνοήσει την εξέλιξη του είδους. Ακόμη και η κατάργηση του ανθρώπου, την οποία ονειρεύονται οι εκπρόσωποι της τεχνητής νοημοσύνης, χρησιμεύει σε έναν υψηλότερο εξελικτικό σκοπό -σε μια παραλλαγή του δαρβινισμού, που ο ίδιος ο Δαρβίνος σίγουρα δεν θα έβρισκε διασκεδαστική. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να τίθενται όρια στη φαντασία.
Η επιστήμη συνενωμένη με τη βιομηχανία παρουσιάζεται ως η πηγή της μεγαλύτερης δύναμης που καθορίζει το μέλλον της κοινωνίας. Είναι έτοιμη να δημιουργήσει μία τρίτη φύση, εξελισσόμενη ουσιαστικά σαν φυσική διαδικασία, με τη διαφορά ότι η αναγκαία ενέργεια δεν προέρχεται από το περιβάλλον αλλά από το αχαλιναγώγητο κεφάλαιο...
Σε τελευταία ανάλυση, η ουτοπία του πλήρους ελέγχου πάνω στη φύση και τον άνθρωπο δεν θα αποτύχει εξαιτίας όσων αντιτίθενται σε αυτήν, όπως έχει συμβεί μέχρι τώρα με όλες τις ουτοπίες, αλλά εξαιτίας των δικών της αντιφάσεων και της μεγαλομανίας της.
Η ανθρωπότητα ποτέ δεν αποχωρίστηκε με τη θέλησή της τις φαντασιώσεις της για παντοδυναμία. Μόνον όταν η «ύβρις» θα έχει αρχίσει να παίρνει το δρόμο της, μόνον τότε η κατανόηση των ορίων μας θα πάρει -υποχρεωτικά- το προβάδισμα, πιθανότατα με ένα καταστροφικό τίμημα.
7 - 30/12/2001
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

